Στη σκιά της τριμηνιαίας κρίσης στη Μέση Ανατολή και με το βλέμμα στραμμένο στις κάλπες, το οικονομικό επιτελείο κατευθύνει τις επόμενες κινήσεις του με ορίζοντα τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης.
Την ερχόμενη εβδομάδα θα κλειδώσουν τα μέτρα στήριξης που θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται και τον Ιούνιο. Κεντρικό ζήτημα είναι η επιδότηση στα καύσιμα: παρά το γεγονός ότι στα πρατήρια η τιμή του πετρελαίου κίνησης έχει υποχωρήσει κοντά στο 1,8 ευρώ το λίτρο, εξετάζεται η παράταση της επιδότησης στην αντλία για το ντίζελ για ακόμα έναν μήνα, ώστε να μην διογκωθεί περαιτέρω ο πληθωρισμός.
Ο κίνδυνος να καταγραφεί από την ΕΛΣΤΑΤ υψηλότερος πληθωρισμός τον Μάιο σε σχέση με το 5,4% του Απριλίου είναι υπαρκτός και, αν αυτό συμβεί, τίθεται υπό αμφισβήτηση ο αναθεωρημένος στόχος για συγκράτηση του πληθωρισμού στο 3,2% για το σύνολο του 2026. Γι’ αυτό το λόγο κρίνεται σκόπιμο να διατεθούν ακόμη 50 εκατ. ευρώ από τον «κουμπαρά» των 200 εκατ. ευρώ που έχει κρατήσει η κυβέρνηση για έκτακτα μέτρα, με στόχο να αποφευχθεί ενδεχόμενη εκτόξευση της τιμής λιανικής του πετρελαίου κίνησης πάνω από τα 2 ευρώ σε μέσο πανελλαδικό επίπεδο.
Με τη διεθνή τιμή του Brent να παραμένει στα 110 δολάρια το βαρέλι, η τιμή της αμόλυβδης κινείται άνω των 2,1 ευρώ το λίτρο σε μέσο πανελλαδικό επίπεδο και οι εκπρόσωποι της αγοράς περιμένουν νέες ανατιμήσεις. Στο πλαίσιο αυτό ξαναμπαίνει στο τραπέζι η ιδέα ενός νέου κύκλου fuel pass: η επιδότηση αγοράς καυσίμων 25–60 ευρώ τον μήνα, που καλύπτει το δίμηνο Απριλίου–Μαΐου και πιστώνεται σε ΙΒΑΝ ή προπληρωμένη κάρτα, μελετάται ώστε να δοθεί για ακόμη έναν ή δύο μήνες. Αρχικά το μέτρο είχε αποκλειστεί από παράταση, ωστόσο τώρα επανεξετάζεται και η απόφαση αναμένεται μέσα στις επόμενες ημέρες.
Στο μέτωπο των άμεσων πληρωμών, στα τέλη Ιουνίου θα κατατεθεί η έκτακτη οικονομική ενίσχυση των 150 ευρώ σε οικογένειες με παιδιά. Η πίστωση θα γίνει απευθείας στους λογαριασμούς των δικαιούχων βάσει των στοιχείων των τελευταίων φορολογικών δηλώσεων και των δηλωθέντων προστατευόμενων μελών.
Επίσης, τον επόμενο μήνα θα καταβληθεί στους αγρότες η πρώτη δόση της ενίσχυσης για τα λιπάσματα, που θα καλύπτει το 15% της αξίας των τιμολογίων αγοράς που εκδόθηκαν τον Μάρτιο και τον Απρίλιο. Οι υπόλοιπες δύο δόσεις προγραμματίζονται για Ιούλιο και Σεπτέμβριο, ενώ η επιδότηση παραμένει μέχρι το τέλος Αυγούστου.
Παράλληλα, μετά τα έκτακτα μέτρα, η σκυτάλη περνάει στα μόνιμα μέτρα. Στο τραπέζι του οικονομικού επιτελείου έχουν αρχίσει να πέφτουν σενάρια για νέες μόνιμες ελαφρύνσεις, με επίκεντρο τις επιχειρήσεις. Στόχος είναι να ενισχυθεί η δυνατότητά τους να μετακυλίσουν τα οφέλη στην αγορά εργασίας, μέσω αυξήσεων μισθών και κλαδικών συμβάσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν κλειδώσει δύο βασικές παρεμβάσεις: η κατάργηση της προκαταβολής φόρου και η μείωση της φορολογίας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να διατηρούν μεγαλύτερο μέρος των κερδών εντός της χρήσης, ενισχύοντας τη ρευστότητά τους —ένα στοιχείο κρίσιμο ειδικά για τις μικρομεσαίες που αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Η αλλαγή αυτή αναμένεται να λειτουργήσει και ως έμμεσο κίνητρο για ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της φορολογικής συμμόρφωσης.
Σήμερα τα φυσικά πρόσωπα προκαταβάλλουν το 55% του φόρου που προκύπτει βάσει των κερδών της προηγούμενης χρήσης και τα νομικά πρόσωπα το 80% του φόρου τους. Από τις προκαταβολές φόρου εισπράττει το Δημόσιο ετησίως περίπου 3,5 δισ. ευρώ· η προκαταβολή λειτουργεί ουσιαστικά ως «άτοκο δάνειο» της επιχείρησης προς το κράτος, πληρώνεται προκαταβολικά και συμψηφίζεται την επόμενη χρονιά, δημιουργώντας έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο.
Σχετικά με τη φορολογία νομικών προσώπων, σήμερα τα κέρδη όλων φορολογούνται με συντελεστή 22%. Η μείωση της φορολογίας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις περιλαμβάνεται στο σχεδιαζόμενο πακέτο μέτρων, με στόχο να μειωθεί το φορολογικό βάρος και να ενισχυθεί η ρευστότητα και οι επενδύσεις.
Το βασικό «πακέτο» ελαφρύνσεων για το 2027 προσδιορίζεται επισήμως στο 1 δισ. ευρώ, ωστόσο υπάρχει η εκτίμηση ότι μπορεί να δημιουργηθεί μεγαλύτερος δημοσιονομικός χώρος για έξτρα παρεμβάσεις. Όλα θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την πορεία του πληθωρισμού: αν η κρίση συνεχιστεί και ο πληθωρισμός διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους, τότε θα αναθεωρηθούν οι προβλέψεις. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το δημοσιονομικό κόστος της αύξησης των συντάξεων από 1ης Ιανουαρίου 2027, που προηγουμένως εκτιμόταν στα 534 εκατ. ευρώ, αναμένεται να «φουσκώσει» και να φτάσει περίπου στα 750 εκατ. ευρώ —ένα ζήτημα που αναμένεται να ξεκαθαρίσει τον Οκτώβριο με το προσχέδιο του προϋπολογισμού.

