Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έδωσε νέα ώθηση σε μια μετακίνηση που ήδη είχε ξεκινήσει: η ενεργειακή μετάβαση παύει να είναι μόνο οικολογική επιλογή και αναδεικνύεται σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Η στρατιωτική σύγκρουση που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου, με πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν, όχι μόνο εκτόξευσε τις τιμές υδρογονανθράκων, αλλά ανέδειξε και τη δομική ευπάθεια των παραδοσιακών εφοδιαστικών αλυσίδων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, τουλάχιστον 23 χώρες από όλες τις ηπείρους ανακοίνωσαν επιτάχυνση της «πράσινης» στροφής, στοχεύοντας στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με έκθεση του οργανισμού Zero Carbon Analytics, στη νέα πρωτοβουλία ηγούνται τόσο παραδοσιακοί ενεργειακοί παίκτες, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όσο και μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα, η Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς.
Η πρακτική εφαρμογή της νέας στρατηγικής φαίνεται ήδη στους ρυθμούς και το μέγεθος των κυβερνητικών παρεμβάσεων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο θεσμοθετήθηκαν στα τέλη Μαρτίου νομικές ρυθμίσεις που υποχρεώνουν όλες τις νέες κατοικίες στην Αγγλία να εξοπλίζονται με αντλίες θερμότητας και φωτοβολταϊκά πάνελ. Στην Ινδονησία, ο πρόεδρος Πραμπόβο Σουμπιάντο δεσμεύτηκε για την εγκατάσταση 100 γιγαβάτ ηλιακής ενέργειας μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Στις Φιλιππίνες, το υπουργείο Ενέργειας επιτάχυνε σχεδιασμούς για 1,47 γιγαβάτ καθαρής ενέργειας και συστήματα αποθήκευσης.
Η κλιμάκωση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ και ο συνεχιζόμενος εμπορικός αποκλεισμός πυροδότησαν φόβους για παγκόσμια ύφεση και πτώση της ζήτησης—παρά τις τοποθετήσεις πολιτικών όπως ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ περί σύντομης λήξης των εχθροπραξιών. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το μοντέλο που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα είναι πλέον εξαιρετικά ευάλωτο σε τέτοιου είδους γεωπολιτικές αναταράξεις.
Τα κεφάλαια κινούνται γρήγορα προς τις ανανεώσιμες. Η παγκόσμια επένδυση στην ενεργειακή μετάβαση είχε ήδη φτάσει στο ιστορικό υψηλό των 2,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025. Τώρα, όμως, η κρίση επιταχύνει τη μετατόπιση των επενδυτών: σύμφωνα με στοιχεία της Morningstar, τα ETFs που συνδέονται με τις ΑΠΕ προσέλκυσαν τον Απρίλιο του 2026 πάνω από 3 δισεκατομμύρια δολάρια, τη μεγαλύτερη μηνιαία καθαρή εισροή από τον Ιανουάριο του 2021.
Παράλληλα, το κυρίαρχο κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας, ύψους 2,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να υπερδιπλασιάσει τις τοποθετήσεις του σε μη εισηγμένες υποδομές πράσινης ενέργειας, στοχεύοντας στο 1% των συνολικών του περιουσιακών στοιχείων έως το 2030 — μια κίνηση που μεταφράζεται σε τουλάχιστον 12,6 δισεκατομμύρια δολάρια νέων επενδύσεων.
Η στροφή αυτή δεν αφορά μόνο τον ανεπτυγμένο Βορρά. Έρευνα του ινστιτούτου ODI Global δείχνει ότι το 79% των κυβερνητικών στελεχών σε αναπτυσσόμενες οικονομίες προκρίνει τα φωτοβολταϊκά συστήματα ως την ιδανική επιλογή για τη χρηματοδότηση του ενεργειακού τους μέλλοντος, ενώ μόλις το 3% στρέφεται πλέον προς το πετρέλαιο και τον άνθρακα. Ταυτόχρονα, η δημοσκόπηση της Climate Opinion Research Exchange (CORE) καταγράφει αυξημένη αισιοδοξία των επενδυτών για τις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις των ΑΠΕ.
Ενδεικτικό είναι ότι στην Ασία, την περιοχή που πλήττεται περισσότερο από την κρίση, η αντίληψη για το φυσικό αέριο ως «μεταβατικό καύσιμο» έχει υποχωρήσει κατακόρυφα —κατά 14%—, σύμφωνα με την ίδια έρευνα. Οι αναλυτές καταλήγουν ότι η κρίση στο Ιράν δεν είναι απλώς παροδική αναστάτωση των αγορών, αλλά το σημείο καμπής για μια δομική αναδιάρθρωση του παγκόσμιου ενεργειακού χάρτη.

