«Οι σινοαμερικανικές σχέσεις δεν εισήλθαν σε “μήνα του μέλιτος”. Η σταθερότητα είναι όμως η λέξη που τις περιγράφει με ακρίβεια. Αυτό είναι το νέο», σημειώνει αποτιμώντας τη διήμερη Σύνοδο Κορυφής στο Πεκίνο ο δρ Ζάο Χάι, ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας και Πολιτικής της Κινεζικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών και διευθυντής Διεθνών Πολιτικών Σπουδών στο Εθνικό Ινστιτούτο Παγκόσμιας Στρατηγικής (NIGSCASS), ειδικός στις σχέσεις Κίνας – ΗΠΑ.
Η πιο καθαρή ανάγνωση από τις ανακοινώσεις και τις κινήσεις στην πρωτεύουσα της Κίνας είναι ότι, παρά τις διαφορές και την έλλειψη πλήρους διαφάνειας για τα όσα υπεγράφησαν, καλλιεργήθηκε μια σχετική αποκλιμάκωση. Οι ΗΠΑ επαίνεσαν τις εμπορικές συμφωνίες που έγιναν —εφόσον έγιναν— και η κινεζική πλευρά δήλωσε ότι προειδοποίησε την Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν, χωρίς όμως καμία πλευρά να επιβεβαιώσει πλήρως τους ισχυρισμούς της άλλης.
Απομένουν λίγες λεπτομέρειες για τις όποιες συμφωνίες: η αμερικανική πλευρά επιθυμεί μεγαλύτερη πρόσβαση για γεωργικά προϊόντα και για τη Boeing στην κινεζική αγορά, ενώ το Πεκίνο ζητά σαφήνεια για τον έλεγχο των εξαγωγών. Η εικόνα της διμερούς «χημείας» ανάμεσα στους δύο ηγέτες φάνηκε ακόμη και από τη γλώσσα του σώματος του προέδρου Τραμπ, παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ροή χωρίς εντάσεις.
Ένα στοιχείο που ξεχώρισε είναι η απουσία αναφορών στις σπάνιες γαίες. Αυτό, κατά τον δρ Ζάο, είναι θετικό —σημαίνει ότι οι σχετικές συμφωνίες προχωρούν ομαλά, έστω χωρίς θεαματικά άλματα προς το παρόν— μολονότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και σε μαγνήτες νεοδυμίου.
Στο αμερικανικό κλιμάκιο βρέθηκε και ο Tζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, και υπάρχουν ενδείξεις ότι η εταιρεία κατευθύνεται προς την πώληση του επιταχυνητή τεχνητής νοημοσύνης H200 στην Κίνα, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν δοθεί ακόμη δημόσιες λεπτομέρειες. Τα καλά νέα, κατά την κινεζική ανάγνωση, είναι ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην αποκλιμάκωση και την αναζήτηση σταθερότητας· όσο αυτή διατηρείται, ανοίγουν ευκαιρίες για αμερικανικές εξαγωγές (Boeing, σόγια) αλλά και για τις κινεζικές βιομηχανίες στις ΗΠΑ.
Στο επίκεντρο της ατζέντας βρέθηκε το Ιράν. Το Πεκίνο φέρεται να υποσχέθηκε βοήθεια στη Τεχεράνη, εφόσον όμως η πρόταση πληροί αρχές και κριτήρια βιωσιμότητας· το μήνυμα ήταν σαφές: οποιαδήποτε λύση απαιτεί παραχωρήσεις από όλες τις πλευρές. Η κινεζική πλευρά επανέλαβε την αντίθεσή της στην επιβολή διοδίων και στη διάθεση πυρηνικών όπλων στην Τεχεράνη και κάλεσε σε πολιτική διευθέτηση της διένεξης.
Ο δρ Ζάο τονίζει ότι η Κίνα ζητά από τις ΗΠΑ να σταματήσουν τις πολεμικές ενέργειες στα Στενά του Ορμούζ και να αναλάβουν την ευθύνη για τα επακόλουθα. «Πριν από τις 28 Φεβρουαρίου, ήταν ανοιχτά. Νομίζω ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη. Και ο πρόεδρος Τραμπ να αναγνωρίσει ότι έκανε λάθος, να κηρύξει τη νίκη που επιθυμεί και να σταματήσει τον πόλεμο το συντομότερο δυνατό», ήταν η σαφής προειδοποίηση που αποτυπώθηκε στις συνομιλίες.
Το κόστος όμως από ένα ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ είναι πρακτικό και άμεσο για την Κίνα: μείωση αποθεμάτων αργού πετρελαίου και LNG, πλήγμα στις εξαγωγές και στις βιομηχανίες—ειδικά στα λιπάσματα— που απειλεί την αγροτική παραγωγή και την επισιτιστική ασφάλεια. Εάν τα Στενά παραμείνουν κλειστά, η επιδείνωση θα είναι εκθετική μέσα στον επόμενο μήνα, με επιπτώσεις σε αλυσίδες παραγωγής, δημοσιονομικά ισοζύγια και νομίσματα, και ευρύτερη μετάδοση στην παγκόσμια αγορά· δεν υπάρχει βιώσιμη άμεση εναλλακτική για πλήρη αντικατάσταση των προμηθειών από τον Κόλπο.
Συνολικά, η Σύνοδος στο Πεκίνο δεν έφερε ριζική αλλαγή αλλά πέτυχε μια δύσκολη, σταθεροποιητική συμφωνία πλαίσιο: μείωση εντάσεων, συνέχιση των εμπορικών σχέσεων υπό όρους και το άνοιγμα διαύλων για περαιτέρω διαπραγματεύσεις —όλα στη σκιά ενός πολύπλοκου γεωπολιτικού παζλ που περιλαμβάνει Ταϊβάν, Ιράν και τεχνολογικές κυριαρχίες.

