ΔΝΤ: Το μέσο νοικοκυριό θα επιβαρυνθεί έως 2.000 ευρώ λόγω της κρίσης

Share

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις από τις αυξημένες ενεργειακές τιμές θα χτυπήσουν τα ελληνικά νοικοκυριά πιο βαριά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Εάν διατηρηθούν τα σημερινά επίπεδα ενέργειας, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό θα χάσει περίπου 400 ευρώ το 2026, έναντι 375 ευρώ για το μέσο νοικοκυριό της ΕΕ. Σε ένα «σοβαρό» σενάριο, όπου η ευρωπαϊκή οικονομία πλησιάζει σε ύφεση, το κόστος για την Ελλάδα ανεβαίνει περίπου στα 2.000 ευρώ, και πάλι υψηλότερο από τα 1.750 ευρώ του μέσου ευρωπαϊκού νοικοκυριού, σύμφωνα με έκθεση που παρουσίασε στους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης η αναπληρώτρια διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Τμήματος του Ταμείου Oϊα Σέλασον.

Η αξιωματούχος του ΔΝΤ μίλησε χθες στα «ΝΕΑ» και σε μικρή ομάδα ανταποκριτών στις Βρυξέλλες μαζί με τον έτερο αναπληρωτή διευθυντή για την Ευρώπη Χέγκε Μπέργκερ, προειδοποιώντας ότι οι κυβερνήσεις της Ευρώπης πρέπει να κινηθούν με στοχευμένα και προσωρινά μέτρα για να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες τιμές ενέργειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή — κάτι που, όπως επισήμαναν, δεν έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό μέχρι στιγμής.

Από την ανάλυση των 125 μέτρων στήριξης που εξετάστηκαν προκύπτει ότι το 70% των κρατών μείωσε τουλάχιστον έναν ειδικό φόρο κατανάλωσης, ενώ αρκετές χώρες περιόρισαν τη μετακύλιση του κόστους, επιδοτώντας εταιρείες, μειώνοντας συντελεστές ΦΠΑ ή υιοθετώντας άλλα μη στοχευμένα εργαλεία. Περισσότερο από το 90% έλαβε τουλάχιστον ένα μέτρο που «στρεβλώνει» την τιμή. Όπως τόνισε η Σέλασον: «Η συμβουλή μας είναι να στοχεύσετε την υποστήριξη, να την ορίσετε χρονικά και να μη στρεβλώσετε την τιμή αγοράς της ενέργειας».

Οι αξιωματούχοι του ΔΝΤ περιέγραψαν το σκηνικό ως «μια κατάσταση εξαιρετικής αβεβαιότητας» και για τον λόγο αυτό προχώρησαν σε εναλλακτικά σενάρια για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας — ένα δυσμενές και ένα σοβαρό. Όπως εξήγησε ο Μπέργκερ: «Αυτά τα σενάρια πλησιάζουν σε πιθανές υφέσεις για ορισμένες χώρες, αλλά δεν μπορούμε να πούμε λόγω της αβεβαιότητας σε ποιο σενάριο ακριβώς βρισκόμαστε». Βάσει της εικόνας του Απριλίου, στο σοβαρό σενάριο η ανάπτυξη θα ήταν κοντά στο 0,3% του ΑΕΠ: «Δεν είναι ύφεση, αλλά βρίσκεται πολύ κοντά», είπε ο Μπέργκερ, προσθέτοντας ότι «οι κίνδυνοι πτωτικής πορείας αυξάνονται με τη μέρα όσο η τρέχουσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή δεν έχει επιλυθεί».

Η Ελλάδα

Στο πλαίσιο αυτό, η Σέλασον υπογράμμισε τι θα πρέπει να κάνει μια χώρα όπως η Ελλάδα για να ενισχύσει την ανθεκτικότητά της. «Είναι απαραίτητο να συνεχίσει το ισχυρό ιστορικό διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έχει θέσει σε εφαρμογή», τόνισε, χαρακτηρίζοντας ως απαραίτητα βήματα την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού, τη διασφάλιση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην περαιτέρω πρόοδο, τη μείωση των διοικητικών και κανονιστικών βαρών —ιδίως σε επίπεδο εισόδου και εξόδου μιας επιχείρησης—, την αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και την εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού.

Στο δημοσιονομικό πεδίο η Σέλασον τόνισε ότι «οι χώρες με υψηλό χρέος και λίγο ή καθόλου δημοσιονομικό χώρο, και αυτό περιλαμβάνει την Ελλάδα, θα πρέπει να συνεχίσουν την πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για μείωση των δημοσιονομικών αποθεμάτων. Είναι η κατάλληλη στιγμή για αύξηση, επειδή ανάλογα με το σενάριο που θα αντιμετωπίσουμε, μπορεί να χρειαστούμε τη δημοσιονομική εξυγίανση».

Οι δύο αξιωματούχοι τάχθηκαν επίσης υπέρ της ιδέας ευρωομολόγων για τη χρηματοδότηση κοινών ευρωπαϊκών αγαθών. «Η ανάγκη για ενίσχυση της παραγωγικότητας, διεύρυνση της ενιαίας αγοράς, κοινή παροχή δημόσιων αγαθών είναι επείγουσα. Μπορείτε να την αντιμετωπίσετε με κοινό δανεισμό και, με την πάροδο του χρόνου, προσθήκη ιδίων πόρων», είπε η Σέλασον. Απέρριψε πάντως την ιδέα ενεργοποίησης της γενικής ή των εθνικών ρητρών διαφυγής για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, αλλά τάχθηκε υπέρ της παράτασης της αποπληρωμής του χρέους του Ταμείου Ανάκαμψης.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ