Σήμερα, 5 Μαΐου, συμπληρώνονται δεκαέξι χρόνια από την πυρκαγιά στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, μια υπόθεση που σημάδεψε βαθιά την ελληνική κοινωνία: τρεις άνθρωποι, ανάμεσά τους μία έγκυος, βρήκαν τραγικό θάνατο όταν ξέσπασε φωτιά μετά την ρίψη μολότοφ στο εσωτερικό του καταστήματος.
Το περιστατικό συνέβη εν μέσω γενικευμένων κινητοποιήσεων και απεργιών την περίοδο της ψήφισης του Α’ Μνημονίου, όταν η ένταση στους δρόμους της Αθήνας ήταν εξαιρετικά αυξημένη. Την ώρα της επίθεσης στο υποκατάστημα βρίσκονταν περίπου 25–30 εργαζόμενοι· οι περισσότεροι κατάφεραν να απομακρυνθούν, ωστόσο τρεις υπέκυψαν από ασφυξία λόγω των πυκνών καπνών και των τοξικών αναθυμιάσεων.
Παρά τις έρευνες, η ταυτότητα των δραστών δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα, αφήνοντας ένα αναπάντητο ερώτημα στο κέντρο της υπόθεσης και εντείνοντας την κοινωνική οργή που ακολούθησε το γεγονός.
Σε δικαστικό επίπεδο, το 2013 είχαν καταδικαστεί στελέχη της τράπεζας για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για ελλιπή μέτρα πυρασφάλειας και προστασίας προσωπικού. Ωστόσο, η υπόθεση δεν έκλεισε εκεί: τον Δεκέμβριο του 2024 επανήλθε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών μετά από αναίρεση του Άρειου Πάγου, που διαπίστωσε ότι υπήρχαν νομικές ασάφειες στην προηγούμενη απόφαση και έκρινε ότι πρέπει να εξεταστούν εκ νέου οι ευθύνες της τράπεζας και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου όσον αφορά τα μέτρα ασφαλείας.
Η δικογραφία και οι δικαστικές ανατροπές διατηρούν την υπόθεση στο προσκήνιο, με έντονο δικαστικό και κοινωνικό αποτύπωμα. Η τραγωδία της Marfin παραμένει μία από τις πιο βαριές και αμφιλεγόμενες τραγωδίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ορόσημο στη συζήτηση για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας και την πολιτική ευθύνη σε περιόδους κοινωνικής έντασης.

