Νέα στοιχεία από την έρευνα για το ναυάγιο του υπερπολυτελούς σούπερ γιοτ Bayesian αλλάζουν την εικόνα για τα αίτια της τραγωδίας: οι Ιταλοί ερευνητές αποδίδουν πλέον το ναυάγιο σε ανθρώπινο λάθος του πληρώματος και όχι σε ακραία καιρικά φαινόμενα.
Το γιοτ, αξίας περίπου 30 εκατ. λιρών, ανετράπη και βυθίστηκε ανοιχτά της Σικελίας στις 19 Αυγούστου 2024, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους επτά άνθρωποι, ανάμεσά τους ο Βρετανός επιχειρηματίας της τεχνολογίας Μάικ Λιντς και η 18χρονη κόρη του, Χάνα. Στο σκάφος βρίσκονταν συνολικά 22 άτομα· επιζήτησαν 15, έντεκα από τους οποίους κατάφεραν να επιβιβαστούν σε φουσκωτή σχεδία και περισυλλέγησαν από το μικρότερο σκάφος Sir Robert Baden Powell.
Αν και αρχικά έγιναν αναφορές για έναν «ανεμοστρόβιλο» που πέρασε από την περιοχή, οι εμπειρογνώμονες κατέληξαν ότι το περιστατικό ήταν στην ουσία «μια σύντομη ριπή ανέμου που προηγείται καταιγίδων και ισχυρών βροχοπτώσεων». Οι ειδικοί τονίζουν ότι το φαινόμενο αυτό δεν θα έπρεπε να έχει οδηγήσει σε βύθιση αν το πλήρωμα είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά ευρήματα, το σκάφος μήκους 184 ποδιών ανετράπη και βυθίστηκε μετά από λανθασμένες ενέργειες των μελών του πληρώματος, τα οποία, σύμφωνα με την έρευνα, υποτίμησαν τη σοβαρότητα του καιρού. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι ορισμένες συσκευές ασφαλείας δεν είχαν ενεργοποιηθεί σωστά, γεγονός που επιδείνωσε την κατάσταση.
Τα δεδομένα του συστήματος AIS δείχνουν ότι το Bayesian άρχισε να ταλαντεύεται επικίνδυνα λίγο πριν τις 04:00 τα ξημερώματα και η άγκυρα έσπασε λίγα λεπτά αργότερα. Το σκάφος παρασύρθηκε περίπου 358 μέτρα, άρχισε να παίρνει νερά και έμεινε χωρίς ρεύμα —ενδεικτικό ότι τα κύματα είχαν φτάσει στη γεννήτρια ή στη μηχανοκίνητη μονάδα— και περίπου στις 04:05 το γιοτ είχε ήδη βυθιστεί. Το σήμα κινδύνου απεστάλη προς το λιμεναρχείο του Μπάρι ένα λεπτό μετά.
Ανάμεσα στα θύματα αναφέρονται ο σεφ του σκάφους Ρεκάλντο Τόμας, ο πρόεδρος της Morgan Stanley International Τζόναθαν Μπλούμερ και η σύζυγός του Τζούντι, καθώς και ο δικηγόρος του Λιντς, Κρις Μορβίλο, με τη σύζυγό του Νέντα.
Η εταιρεία Italian Sea Group (TISG), ιδιοκτήτρια του γιοτ, επιρρίπτει την ευθύνη στο πλήρωμα και έχει ήδη κινηθεί νομικά κατά της χήρας του Λιντς, διεκδικώντας 400 εκατ. λίρες για απώλειες εσόδων. Παράλληλα, η Άντζελα Μπακάρεζ, σύζυγος του Λιντς, αντιμετωπίζει δικαστικές διεκδικήσεις που σχετίζονται με την περιουσία του εκλιπόντος, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου του Λονδίνου να διατάξει την καταβολή 920 εκατ. λιρών στην Hewlett Packard για υπόθεση σχετικά με την πώληση της Autonomy το 2011.
Η δικαστική διαδρομή του Μάικ Λιντς είχε απασχολήσει διεθνώς τα προηγούμενα χρόνια. Ο Λιντς, γνωστός ως «ο Βρετανός Μπιλ Γκέιτς», δέχθηκε κατηγορίες από την HP ότι είχε διογκώσει τεχνητά την αξία της Autonomy πριν από την εξαγορά της. Η αστική υπόθεση ξεκίνησε το 2019 και το 2022 κρίθηκε κατά κύριο λόγο υπέρ της HP από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το 2023 ο Λιντς εκδόθηκε στις ΗΠΑ, όπου το 2024 αθωώθηκε τελικά από όλες τις ποινικές κατηγορίες.
Παρά την αθώωση στις ΗΠΑ, η περιουσία του Λιντς, που εκτιμάται περίπου σε 500 εκατ. λίρες, κινδυνεύει λόγω της βρετανικής απόφασης και της εκκρεμούσας έφεσης. Η νέα έκθεση των ιταλικών αρχών, που θέτει στο επίκεντρο το σφάλμα του πληρώματος και τα προβλήματα στις διαδικασίες ασφαλείας, αναμένεται να τροφοδοτήσει περαιτέρω τις νομικές αντιπαραθέσεις για τα επόμενα στάδια.

