Ο Θεός της μπάλας ας σώζει τον Ραμπά Ματζέρ

    Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει τους αναγνώστες του athlosnews.gr σε ρυθμούς τελικού Τσάμπιονς Λιγκ, αποτίνοντας αιώνιο φόρο τιμής στο θρυλικό τακουνάκι του Αλγερινού Ραμπά Ματζέρ κόντρα στην Μπάγερν

    Τετάρτη, 27 Μαΐου 1987. Έχουν ξεκινήσει οι εξετάσεις της Β’ Λυκείου.

    Έχουμε μόλις δώσει Βιολογία κι σέρνω μόνος τα βήματά μου μέχρι το σπίτι. Κοιτάω τον ουρανό, ένα γαλάζιο αδιατάρακτο, φωτεινό, απ’ άκρη σ’ άκρη, καλοκαίρι προ των πυλών. Αύριο δίνουμε δύο μαθήματα από τα αποκαλούμενα «σάλτσας»: Νέα Ελληνικά και Ψυχολογία. Άνετα μπορώ απόψε να δω τον τελικό των Πρωταθλητριών. Φαΐ στα γρήγορα και γραμμή για την καθιερωμένη πλέον σιέστα, που με βοηθάει να συγκεντρωθώ εν μέσω εξετάσεων.

    Κατεβάζω τα ρολά από τα παράθυρα του δωματίου, για να κόψω λίγο τη ζέστη και ρίχνω για μια ακόμη φορά στο πορτάκι του Panasonic την κασέτα με το “Joshua Tree”. Πήγε, λέει, νούμερο ένα στην Αμερική. Το πρώτο κομμάτι για μένα είναι μακράν και το καλύτερο όλου του δίσκου. Το “Where The Streets Have No Name”, με τη μακριά ατμοσφαιρική εισαγωγή, την κουδουνιστή κιθάρα και το γεμάτο αυτοπεποίθηση μπάσο που μπαίνουνε διαδοχικά.

    “I wanna run, Ι want to hide
    Ι wanna tear down the walls that hold me inside…”.

    - Advertisement -

    Ξυπνάω πεντέμισι, χωρίς την παραμικρή διάθεση να διαβάσω για τα αυριανά μαθήματα. Έχω ώρα. Άλλωστε, στις εννιά, είπαμε, αρχίζει ο τελικός.

    Ναι, ήταν εκείνη η εποχή. Που στο μυαλό όσων από μας μεγαλώσαμε μην μεγαλώνοντας μέσα της, ο όρος «Champions League» αποτυπώνει μια ραγδαία παραφθορά της διοργάνωσης που μέσα στα χρόνια είχαμε λατρέψει σαν θρησκεία, γιατί μετέτρεπε σε ολόφωτα κάτι αραιά και μουντά βράδια Τετάρτης. Του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης.

    Τότε που κάθε ευρωπαϊκή χώρα είχε μόνο μία ομάδα, την περσινή πρωταθλήτρια. Τότε που οι δύο φιναλίστ για να φτάσουν στον τελικό είχαν συγκρουστεί ή αποφύγει μεγαθήρια μετά από μια διαδικασία που ήταν όντως κλήρωση και όχι ένας ορισμός με φερετζέδες κλειδάριθμους, γκρουπ ισχυρών κι ανίσχυρων και τέτοιες αηδίες. Που είχαν πανηγυρίσει επικές ανατροπές και είχαν σκληραγωγηθεί σε τέσσερις γύρους με νοκ-άουτ παιχνίδια, πριν φτάσουν στον μεγάλο τελικό. Τότε που οι ποδοσφαιριστές δεν έμοιαζαν με μποντιμπίλντερ και οι αναγνωρίσιμες μπάλες ήταν μόνο Adidas (Tango, Azteca ή Etrusco).

    Τότε που οι σπόνσορες στις φανέλες ήταν σπάνιοι και οι διαιτητές φορούσαν μόνο μαύρα από πάνω ως κάτω. Τότε που οι αγγλικές ομάδες, για πέντε ολόκληρα χρόνια είχαν αποκλειστεί από όλες τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, μετά την τραγωδία του Χέιζελ. Τότε που οι πρωθυπουργοί μπορούσανε να κουνάνε το δάχτυλο στους γείτονες, που ο Νταλάρας μπορούσε να παίζει λάτιν, που στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας μπορούσανε να βρίσκονται ο ΟΦΗ του Αλεχάντρο Ίσις και ο Ηρακλής του Βασίλη Χατζηπαναγή. Μιλάμε για κείνη την εποχή.

    Βουτάω το σημερινό «Έθνος» από το τραπέζι της κουζίνας, διαβασμένο και διπλωμένο στα δύο από τον πατέρα. «Δράκοι εναντίον Πάντσερ σε έδαφος ουδέτερο». Και εννοείται ότι είμαι με Πόρτο.

    Έχει την τρελή μπαλαδόφατσα, τον Πάολο Φούτρε, με το 10 στην πλάτη, τον μέσο με το επικό όνομα Χαϊμέ Μαγκαλιάες, τον Αντόνιο Σόουζα (ή Σούζα, όπως τον λέει ο Στράτος Σεφτελής) και τον άνθρωπο που πριν από λίγα χρόνια είχε πάρει το «χρυσό παπούτσι», τον Φερνάντο Γκόμεζ (δεύτερος είχε βγει ο Αναστό). Στο τέρμα ο μουστάκιας Μλίναρτσικ, της Εθνικής Πολωνίας και στον πάγκο μια άλλη παιχτούρα που δεν κατάφερε να ξεχωρίσει στο περσινό Μουντιάλ (σ.σ. Mexico 1986), ο Βραζιλιάνος Καζαγκράντε.

    Πόρτο 1987 πρωταθλήτρια Ευρώπης

    Η Μπάγερν μπορεί να μην έχει τη λάμψη του παρελθόντος, όμως είναι η κλασσική κωλοπετσωμένη γερμανική μηχανή που μπορεί να νικήσει ακόμη και στο τελευταίο λεπτό. Ζαν Μαρί Πφαφ στο τέρμα, ο σκληροτράχηλος Αντρέας Μπρέμε λίμπερο, ο αρχηγός Λόταρ Ματέους στο κέντρο, ο Ντίτερ Χένες – καραφλόξανθος, όπως κι ο αδερφός του Ούλι – κι ο Μίκαελ, ο μικρός αδερφός του Ρουμενίγκε, στην επίθεση – δεν πιάνει μπάζα μπροστά στον μεγάλο, τον κανονικό Ρουμενίγκε, τον Καρλ Χάιντς, που είναι πια παίκτης της Ίντερ.

    Με μια τεράστια κούπα βυσσινάδα με παγάκια μπροστά μου και αφού έκανα ότι ξεπετάω κάτι SOS Ψυχολογία, μεταφέρομαι μέσα από την οθόνη της SABA στα επίσημα του γηπέδου Έρνστ Χάπελ της Βιέννης. Η Πόρτο με τη κλασσική της, την μπλε και άσπρη ριγωτή εμφάνιση και η Μπάγερν με μια περίεργη στολή με κόκκινες φανέλες και γαλάζια σορτσάκια, κάτι σαν το ποδοσφαιρικό ισοδύναμο του κάλτσα με πέδιλο.

    Γύρω στο μισάωρο ο Γερμανός με το αναμενόμενα άφωνο όνομα Κέγκλ κάνει με μυστήρια μακρινή κεφαλιά ψαράκι το 1-0. Αρχίζω να ξεροκαταπίνω. Το βλέπω να ‘ρχεται, γι’ άλλη μια φορά θα νικήσουν «αυτοί». Μακρινές μπαλιές, νεύρα, επελάσεις που κόβονται με τάκλιν στην καρωτίδα, η Πόρτο αναζητά διάδρομο και οι Γερμανοί νιώθουν σίγουροι ότι τους έχουν και τους αφήνουν λίγο τη μπάλα. Η βραδιά έχει ακόμη ψωμί.

    Ένας Αλγερινός που τον έλεγαν Ραμπά Ματζέρ

    Δεύτερο ημίχρονο, ο Αλγερινός Ραμπά Ματζέρ, με το “8” στην πλάτη και μια υποψία χαίτης να ανεμίζει, αρχίζει να παίρνει μπρος. Τον έχω δει να παίζει με την Εθνική και πέρσι στο Μεξικό, αλλά εκείνο που μου τον έχει κάνει αξέχαστο είναι κείνο το πρώτο γκολ στους Γερμανούς το ’82 στην Ισπανία, που ήρθε με φόρα μέσα στην περιοχή, πήρε την σπόντα από την απόκρουση κι έκανε ένα τεχνικό πλασεδάκι πάνω απ’ τα δύο Γερμανά σεντερ μπακ. Λες και κουβαλάει ακόμη την πληγή από τον αποκλεισμό – στησίδι της πατρίδας του πέντε χρόνια πίσω, με τη συνέργεια Γερμανών κι Αυστριακών, ο Ματζέρ έχει αλαλιάσει τους Γερμανούς με συνεχείς προσποιήσεις και ντρίμπλες.

     

    Όμως το να τρυπήσεις την άμυνα της Μπάγερν δεν είναι καθόλου εύκολο. Ο Φούτρε μπαίνει δυνατά από δεξιά, φτάνει τετ α τετ, αλλά το χάνει. Η Μπάγερν έχει κλείσει διαδρόμους, πέφτουνε και κάτι φράγματα με τους γοφούς, βγαίνουν κίτρινες, αλλά ακόμη 1-0. Με ένα γκολ έχουν κερδηθεί όλοι οι τελικοί, εκτός από κείνον της Λίβερπουλ μέσα στη Ρώμη, που ισοφάρισε και το πήγε στα πέναλτι. Τα λεπτά σώνονται και οι κόκκινες φανέλλς δείχνουν να οπισθοχωρούν.

    Σε μια πλαγιοκόπηση, εξουδετερώνεται ο Πφαφ και το δεξί εξτρέμ των Πορτογάλων που έχει μπει αλλαγή – ένας μαυρούλης Βραζιλιάνος με το όνομα Ζουαρί – με υπερένταση βγάζει πάσα στο πέναλτυ. Μέσα στη μικρή περιοχή και με την πλάτη στο τέρμα βρίσκεται ο Ματζέρ και ο οπισθοχωρημένος Φλικ με το 7 πλάτη για να καλύψει ό,τι καλύπτεται. ο αλαφιασμένος Αλγερινός, χωρίς να βλέπει κάνει ένα αιφνιδιαστικό τακουνάκι αλάνας, που αφήνει κάγκελο όλη την ασθμαίνουσα γερμανική άμυνα. Έχει ισοφαρίσει. Τρέχει σα μουρλός πανηγυρίζοντας, γονατίζει στο χορτάρι, τους έχει καρφώσει, πάλι αυτός!

    Ένα τέτοιο γκολ θέλουμε όλοι να βάλουμε κάποτε, έστω και στα διπλά που παίζουμε στο προαύλιο, την ώρα της Γυμναστικής, στην παραλία, στο όνειρό μας.

    Το θρυλικό γκολ του Ματζέρ που ονομάστηκε «το τακουνάκι του Αλλάχ»

    Δεν έχω ξαναδεί γκολ με τακουνάκι, σε ζωντανή μετάδοση. 1-1 και μένει κανα τέταρτο για τη λήξη. Θα ‘χει πάλι παράταση και πέναλτι όπως με τον Γκρόμπελαρ ή με τον Ντουκαντάμ; Με τους Γερμανούς σου βγαίνει πάντα η ψυχή. Λίγα λεπτά αργότερα, πάλι ο Ματζέρ. Τον παρακολουθώ στο κάτω μέρος αριστερά της τηλεόρασης να κατεβαίνει σφαίρα από τα δεξιά, ο μπακ της Μπάγερν που τον επιτηρεί τρώει την αστραπιαία προσποίηση κι εκείνος ξεφεύγει στο πλάι και σκάβει μια σέντρα.

    Πέφτουν κορμιά, το άλλο σέντερ μπακ δεν την βρίσκει καλά κι έρχεται με φόρα από πίσω ο σοκολατένιος στραβοπόδης Ζουαρύ και τινάζει τη μπάλα στον ουρανό του Πφαφ. Είναι το 2-1 και υπό πωρωτική έκρηξη συναισθημάτων, φεύγει κι αυτός με φόρα αλαλάζοντας προς την κερκίδα, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό.
    Ανατροπή βγαλμένη από Ερίκ Καστέλ, αλλά με πρωταγωνιστές αυτή τη φορά Πορτογάλους και θύμτα τους στρυφνούς υπολογιστές Γερμανούς.

    Οι οποίοι, καθώς το παιχνίδι πάει προς τη λήξη, δείχνουν ν’ αγωνίζονται πλέον ξέπνοοι καθώς οι της Πόρτο αρχίζουνε να βαράνε στο ψαχνό, να πέφτουνε κάτω, να κάνουνε καθυστέρηση, να διαμαρτύρονται. Η Πόρτο σηκώνει το Πρωταθλητριών και έχω σίγουρα δει τον καλύτερο τελικό της ζωής μου, εν μέσω εξετάσεων. Γελάω με το μουστάκι του προπονητή της Πόρτο Αρτούρ Ζορζε (μια μουστάκα μεγαλύτερη από του Νίκου Πιλάβιου του θρυλικού «Παραμυθά» της ΕΡΤ1) και πάω για ύπνο με το τακουνάκι του Ματζέρ καρφωμένο ολοζώντανο σαν εικόνα με τη ακαριαία μαεστρία και την αλητεία του, ενώ στ’ αυτιά μου τα πλήθη στις κερκίδες του Πράτερ ακόμη παραληρούν. Το μυαλό περικυκλώνουνε σκέψεις απ’ αυτές που χτίζανε, χτίζουνε και θα χτίζουνε το ήθος και το ηθικό μας.

    Θέλει να ’σαι μέγας μαγκίτης για να κάνεις τέτοιο τακουνάκι, ενώ χάνεις με 1-0 από τη φανέλα φόβητρο της Μπάγερν, δεκαπέντε λεπτά πριν το κοράκι να σφυρίξει τη λήξη.

    Θέλει να το ’χεις πάρει προσωπικά για να λυσσάς έτσι σ’ έναν τελικό, σε οποιαδήποτε αναμέτρηση δεν έχει αύριο.

    Θέλει να ’χεις μέσα σου χαραγμένη την αδικία για να διεκδικήσεις τις πιθανότητές σου να φτάσεις στο θρίαμβο.

    Ποιός μωρέ έχει ανάγκη τις αγγλικές ομάδες στο Κύπελλο Πρωταθλητριών; Ο Θεός ας μη σώζει κάθε μέρα τη βασίλισσα. Μας φτάνει πότε – πότε να σώζει μια μούρη φορτωμένη με όλες τις πραγματικές αξίες της μπάλας σαν και τον Ραμπά Ματζέρ.

    Είπαμε, ήταν εκείνη η εποχή.

    Ραμπά Ματζέρ Πόρτο Κύπελλο Πρωταθλητριών 1987 Ματζέρ