Η Ελλάδα αναπροσαρμόζει το μοντέλο της εθνικής άμυνας, επενδύοντας σε μια νέα σχέση ανάμεσα στη στρατιωτική θητεία, την εφεδρεία, την τεχνολογία και την κοινωνία. Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται στο Στρατηγικό Σχέδιο «ΑΤΖΕΝΤΑ 2030» και έχει ορίζοντα το 2035.
Σε μια Ευρώπη όπου οι συγκρούσεις υψηλής έντασης έχουν επιστρέψει και οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλουν διαρκώς τα δεδομένα, η χώρα καλείται να οργανώσει διαφορετικά την κινητοποίηση και τη διατήρηση των στρατιωτικών της δυνάμεων.
Όπως ανέφερε ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Δημήτριος Χούπης, η άμυνα δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τα οπλικά συστήματα. Προϋποθέτει ανθεκτικές υποδομές, ασφαλή ψηφιακά δίκτυα, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αντίληψη του «Πολίτη-Οπλίτη», που παραπέμπει στην αρχαία ελληνική έννοια του πολίτη ο οποίος είχε ταυτόχρονα την ευθύνη της υπεράσπισης της πόλης του. Στη σύγχρονη εκδοχή της, η αντίληψη αυτή συνδέεται με την «Ενεργό Εθελοντική Εφεδρεία» και με έναν πιο ουσιαστικό ρόλο των πολιτών στην εθνική άμυνα.
Το νέο μοντέλο στηρίζεται σε τρεις βασικές κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά τη γεωγραφική κατανομή με βάση την καταγωγή και τη μόνιμη κατοικία, ώστε οι στρατεύσιμοι να υπηρετούν, όπου είναι δυνατό, κοντά στις τοπικές τους κοινότητες. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύονται τόσο το ηθικό όσο και η συνοχή των μονάδων.
Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά την τεχνολογία. Οι στρατεύσιμοι της Γενιάς Z μεγαλώνουν σε ένα ψηφιακό περιβάλλον και διαθέτουν δεξιότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν στην άμυνα. Γι’ αυτό η εκπαίδευσή τους προσανατολίζεται όλο και περισσότερο στη χρήση σύγχρονων συστημάτων, αλλά και στην απόκτηση γνώσεων που θα τους φανούν χρήσιμες και μετά την ολοκλήρωση της θητείας.
Ο τρίτος άξονας είναι η ταχύτητα της επιχειρησιακής ένταξης, με στόχο το 70% των στρατευσίμων να είναι έτοιμοι για ανάπτυξη μέσα σε 14 εβδομάδες. Η επίτευξη του στόχου συνδέεται με την εντατική αξιοποίηση τεχνολογικών μέσων και με ένα πιο στοχευμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης.
Καθοριστικό ρόλο στον νέο σχεδιασμό έχει και η εφεδρεία. Η στρατιωτική θητεία δεν αντιμετωπίζεται ως διαδικασία που ολοκληρώνεται με την απόλυση, αλλά ως το πρώτο στάδιο μιας διαρκούς σχέσης με την εθνική άμυνα.
Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα δυναμικό που θα μπορεί να ενεργοποιείται γρήγορα όταν απαιτείται. Έτσι, η κινητοποίηση μετατρέπεται σε μηχανισμό πολιτικο-στρατιωτικής αλληλεπίδρασης, στον οποίο συμμετέχουν όχι μόνο οι Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και πολίτες με εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται η συμμετοχή ειδικών στην κυβερνοασφάλεια, την ανάλυση δεδομένων, τις τηλεπικοινωνίες και τα logistics. Οι σύγχρονες επιχειρήσεις απαιτούν πλέον πολύ περισσότερα από μάχιμο προσωπικό, ενώ η ένταξη εξειδικευμένων επαγγελματιών στην εθνική εφεδρεία μπορεί να προσφέρει γνώσεις που είναι δύσκολο να διατηρηθούν αποκλειστικά μέσα στον στρατιωτικό μηχανισμό.
Παράλληλα, στο νέο μοντέλο περιλαμβάνονται πιλοτικά προγράμματα για τη στράτευση γυναικών σε εξειδικευμένους τομείς.
Τεχνολογία και εθνική ετοιμότητα
Η σύγχρονη κινητοποίηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τεχνολογία. Κρατικές ψηφιακές πλατφόρμες cloud για την άμεση ειδοποίηση των εφέδρων, κατανεμημένα συστήματα διοίκησης και εξατομικευμένη διαδικτυακή εκπαίδευση αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία της εθνικής ετοιμότητας.
Όπως ανέφερε ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, καμία χώρα δεν μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά χωρίς θωρακισμένες ψηφιακές υποδομές, οι οποίες θα είναι σε θέση να λειτουργούν ακόμη και σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης.
Η «Συνολική Άμυνα»
Η νέα φιλοσοφία εντάσσεται στο μοντέλο της «Συνολικής Άμυνας» (Total Defence), σύμφωνα με το οποίο η εθνική ασφάλεια αποτελεί υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας. Ο στρατός εξαρτάται από πολιτικές υποδομές και εφοδιαστικές αλυσίδες, οι οποίες μπορούν παράλληλα να βρεθούν στο στόχαστρο ασύμμετρων απειλών.
Ιδιαίτερη θέση σε αυτόν τον σχεδιασμό έχουν οι υποδομές διπλής χρήσης (dual-use). Κυβερνητικά λογισμικά, συγκοινωνιακοί κόμβοι και βιομηχανικές μονάδες μπορούν να εξυπηρετούν πολιτικές ανάγκες σε περίοδο ειρήνης, αλλά να αξιοποιούνται και για αμυντικούς σκοπούς σε περίπτωση κρίσης.
Η κατεύθυνση που έχει χαραχθεί μέσω της «ΑΤΖΕΝΤΑΣ 2030» δεν περιορίζεται, επομένως, στην αναμόρφωση της θητείας. Αφορά τη δημιουργία ενός διαφορετικού μοντέλου εθνικής άμυνας, με ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ανθεκτικές υποδομές, σύγχρονη τεχνολογία, εξειδικευμένο προσωπικό και κοινωνία έτοιμη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας κρίσης.

