Μια νέα σελίδα στις γαλλοβρετανικές σχέσεις επιχείρησαν να ανοίξουν στο Λονδίνο ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Αντι Μπέρναμ, σε μια επίσκεψη φορτισμένη τόσο με συμβολισμό όσο και με πρακτική ατζέντα. Η συνάντηση σήμανε την πρώτη επίσκεψη ξένου ηγέτη από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Μπέρναμ και συνοδεύτηκε από μια κοινή παρουσία στο Βρετανικό Μουσείο, όπου Μακρόν, ο βασιλιάς Κάρολος Γ΄ και ο Βρετανός πρωθυπουργός είδαν την έκθεση της Ταπισερί της Μπαγιέ — ένα έκθεμα που, όπως τόνισε ο γάλλος πρόεδρος, «συνδέει τους πολιτισμούς, την Ιστορία και το πεπρωμένο» των δύο χωρών.
Πίσω από την εικόνα, όμως, κρύβεται μια διακριτή διάταξη προτεραιοτήτων. Η Ντάουνινγκ Στριτ δίνει έμφαση στην αντιμετώπιση των διελεύσεων με μικρές βάρκες στη Μάγχη, στην υποστήριξη προς την Ουκρανία, στην ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ και στην περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων Βρετανίας–ΕΕ. Το Ελιζέ, αντίθετα, βάζει στην κορυφή την άμυνα, την οικονομία και την ενέργεια, αφήνοντας την επανεκκίνηση των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ζήτημα της Μάγχης για τα επόμενα στάδια.
Η διαφορά στη σειρά των θεμάτων δεν είναι αμελητέα: για τον Μπέρναμ το μεταναστευτικό αποτελεί άμεση πολιτική πίεση, ενώ για τον Μακρόν η νέα σχέση πρέπει να αποκτήσει ευρύτερο στρατηγικό βάθος. Αξιωματούχοι από τα δύο επιτελεία παραδέχονται ότι οι προτεραιότητες μπορεί να συναντηθούν στην πράξη, αλλά η σειρά με την οποία τίθενται αποτυπώνει διαφορετικές πολιτικές ανάγκες.
Την ίδια ώρα, όμως, στο Μπέρμιγχαμ εξελίσσεται ένα άλλο γαλλοβρετανικό σκεπτικό, πιο ριζοσπαστικό και με διαφορετικό αποδέκτη: ο Ζορντάν Μπαρντελά βρέθηκε ως μεγάλος ξένος προσκεκλημένος στο συνέδριο του Reform UK, όπου εμφανίστηκε δίπλα στον Νάιτζελ Φάρατζ. Οι δύο πολιτικοί έχουν πλησιάσει λόγω του κοινού τους ενδιαφέροντος για την αντιμετώπιση των διελεύσεων στη Μάγχη και, σύμφωνα με πληροφορίες, ακόμη και κάποιας μορφής συμφωνία για το μεταναστευτικό εξετάζεται, σε περίπτωση που η Μαρίν Λε Πεν κερδίσει τις γαλλικές προεδρικές εκλογές.
Για τον ίδιο τον Μπαρντελά η διεθνής αυτή παρουσία έχει διττό στόχο: να προβάλλει μια πιο «σοβαρή» και οικονομικά αξιόπιστη όψη της γαλλικής Ακροδεξιάς, με σκοπό να καθησυχάσει αγορές και επιχειρηματική ελίτ. Ωστόσο, στο εσωτερικό της Εθνικής Συσπείρωσης δεν επικρατεί ηρεμία· ο 30χρονος διάδοχος της Λε Πεν ήδη δυσκολεύεται να υπερασπιστεί επιλογές του κινήματος για ζητήματα όπως η μαντίλα και οι συντάξεις.
Στο Λονδίνο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρουσία του Μπαρντελά στο Μπέρμιγχαμ θυμίζει προσπάθεια «rebranding»: να εμφανιστεί ως πιο πειθαρχημένος και αξιόπιστος πολιτικός, με ρόλο που κάποιοι συνεργάτες συγκρίνουν, με τις αναλογίες τους, με την πορεία της Τζόρτζια Μελόνι πριν αυτή γίνει πρωθυπουργός της Ιταλίας το 2022. Ταυτόχρονα, όμως, ο Μπαρντελά καλείται να κρατήσει λεπτή ισορροπία, υποστηρίζοντας τώρα επιλογές για τις οποίες νωρίτερα είχε εκφράσει επιφυλάξεις.
Από τη δική του πλευρά, ο Φάρατζ αντιμετωπίζει πτώση στα ποσοστά αποδοχής και εσωτερικές διαμάχες που εντείνουν την ανάγκη για ένα πολιτικό «reboot» μέσω του συνεδρίου. Το εγχείρημα μια κοινής γραμμής με τον Μπαρντελά έχει διπλή ανάγνωση: μπορεί να λειτουργήσει ως προσπάθεια επανατοποθέτησης αλλά και ως ρίσκο, αν επιβαρύνει το ήδη ταραχώδες προφίλ του βρετανού ηγέτη.
Στο βάθος όλων παραμένει όμως το βασικό ερώτημα: θα καταφέρουν Μακρόν και Μπέρναμ να μετατρέψουν τον συμβολισμό σε απτά αποτελέσματα, την ώρα που άλλες πλευρές της πολιτικής σκακιέρας —όπως η διπλωματική κινητικότητα Μπαρντελά–Φάρατζ— δοκιμάζουν νέες συμμαχίες και αναδιαμορφώνουν το κοινό ευρωπαϊκό πεδίο.
Κατερίνα Τζαβάρα

