Τα ατελείωτα τόνια του γκρι…

Share

Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές πόλεις μοιάζουν να έχουν υιοθετήσει μια ήσυχη, ελεγχόμενη χρωματική γλώσσα: κυριαρχούν το λευκό, το μαύρο και ατελείωτες αποχρώσεις του γκρι. Δεν πρόκειται μόνο για περιβαλλοντική απώλεια πράσινου ή μιας λιγότερο γαλανής εικόνας του ουρανού· είναι και αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών σε μόδα, αρχιτεκτονική, αυτοκίνητο και τεχνολογία.

Περπατώντας στην πόλη, στη στάση του μετρό ή μπαίνοντας στην πολυκατοικία, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς μια σχεδόν συλλογική χρωματοφοβία: όλα μοιάζουν ίδια ή, τουλάχιστον, παρόμοια. Γιατί, λοιπόν, αποφεύγουμε τις έντονες αποχρώσεις; Ειδικοί από διαφορετικούς χώρους επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις που κινούνται ανάμεσα στην αισθητική, την οικονομία και την ψυχολογία.

Στη μόδα, η τάση προς την ουδετερότητα δεν είναι απλώς στιλιστική επιλογή αλλά και πολιτική δήλωση. Η γενιά των Millennials υιοθέτησε το λεγόμενο Millennial Gray: το γκρι, ως ουδέτερη ζώνη ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο, αντανακλά μια εποχή με δυσκολία στη λήψη αποφάσεων και στην οριοθέτηση σαφών πολιτικών θέσεων. Ταυτόχρονα, η μόδα παραμένει εργαλείο ρήξης όταν χρειάζεται — από τα ροζ καπέλα μέχρι τις μαύρες τουαλέτες στα Οσκαρ του 2017 και το #MeToo — όπου το χρώμα ή η έλλειψή του χρησιμοποιήθηκαν ως ισχυρές, κομψές δηλώσεις.

«Στα σύγχρονα αστικά περιβάλλοντα των ασφυκτικά χτισμένων πόλεων, η χρωματική πανσπερμία μετατρέπεται συχνά σε οπτικό θόρυβο», επισημαίνει η δημοσιογράφος των «ΝΕΩΝ», Εφη Φαλίδα. Σε έναν κόσμο κορεσμένο από ερεθίσματα, «η επιλογή της μονοχρωμίας δεν αποτελεί απαραίτητα έλλειψη αισθητικής, αλλά «διάλειμμα»» — μια νηφαλιότητα που επιτρέπει στον εγκέφαλο να επεξεργαστεί την πραγματικότητα.

Στην κτιριακή παλέτα της αστικής Ελλάδας, οι προσόψεις νέων και παλαιότερων πολυκατοικιών προτιμούν γκρι, λευκό, μπεζ και κρεμ. Ο αρχιτέκτονας και πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Αττικής, Κώστας Βουρεκάς, απορρίπτει την απλή εξήγηση του κόστους: «Το να βαφτεί μια πολυκατοικία σε κάποιο χρώμα σίγουρα δεν αποτελεί το μεγαλύτερο κόστος. Τα σημαντικά έξοδα βρίσκονται αλλού, όχι στο χρώμα της πρόσοψης», λέει, και προσθέτει ότι οι ουδέτεροι τόνοι επιλέγονται επειδή «δίνουν αίσθηση πολυτέλειας στα νέα κτίρια».

Με επιφύλαξη για τα προγράμματα αισθητικής αναβάθμισης μέσω χρωματισμού, ο Κ. Βουρεκάς τονίζει πως τέτοιες παρεμβάσεις δεν αγγίζουν πάντα την ουσία: «Πολύ συχνά ταυτίζουμε το “άσχημο” με το παλιό και το ασυντήρητο. Πολλά κτίρια μας φαίνονται άσχημα όχι λόγω κακού σχεδιασμού, αλλά επειδή έχουν γεράσει χωρίς να συντηρηθούν επαρκώς. Αυτό συνδέεται άμεσα με τις γενικότερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες».

Ο αρχιτέκτονας Χρήστος Τσιγάρας εξηγεί ότι το λευκό και το γκρι λειτουργούν ως ουδέτερος καμβάς: «Η χρωματική παλέτα των πολυκατοικιών δεν είναι τυχαία. Το λευκό και το γκρι λειτουργούν ως ουδέτερος καμβάς που αναδεικνύει τους όγκους, τις γεωμετρικές γραμμές και τα παιχνίδια του φωτός. Παράλληλα, το γκρι συνδέεται με την ειλικρίνεια των υλικών (εμφανές σκυρόδεμα, αλουμίνιο), ενώ το λευκό προσφέρει βιοκλιματική ανακλαστικότητα στον μεσογειακό ήλιο».

Ταυτόχρονα, ο Χρ. Τσιγάρας επισημαίνει ότι «η απουσία χρώματος εκφράζει μια ανάγκη για “οπτική ησυχία”. Σε έναν κόσμο κατακλυσμένο από πληροφορία και οθόνες, το σπίτι γίνεται καταφύγιο αποσυμπίεσης. Η στροφή σε ουδέτερους τόνους (μπεζ, γκρι, greige) και υλικά (ξύλο, πέτρα, λινό) μειώνει τα αισθητηριακά ερεθίσματα και προσφέρει ηρεμία». Ωστόσο προειδοποιεί πως η υπερβολική μονοχρωμία οδηγεί σε μονοτονία, ψυχρότητα και απώλεια τοπικής ταυτότητας, και ότι «η Αθήνα χρειάζεται τη θερμή μεσογειακή παλέτα της νεοκλασικής της ιστορίας: ώχρα, κεραμιδί, γήινους τόνους» — όχι απλώς μια στρώση μπογιάς, αλλά φυσικά υλικά και πράσινο.

Στους δρόμους, η εικόνα των αυτοκινήτων ακολουθεί ίδια λογική επιλογής χρώματος. Ο Νίκος Λουπάκης, δημοσιογράφος αυτοκινήτου και σύμβουλος έκδοσης του Fleet News, επικαλείται έρευνα της εταιρείας Axalta που δείχνει πως το 88% των καταναλωτών θεωρεί το χρώμα βασικό κριτήριο αγοράς. Το λευκό κρατάει πρωτιά με 29% των πωλήσεων παγκοσμίως, το μαύρο ακολουθεί με 23% και το γκρι/ασημί συγκεντρώνει περίπου 20%. «Στην πράξη, κινούμαστε σχεδόν αποκλειστικά σε αποχρώσεις μεταξύ μαύρου και λευκού», σημειώνει.

Ο Λουπάκης επισημαίνει επίσης τον ρόλο της μεταπωλητικής αξίας και της διαθεσιμότητας: ο αγοραστής επιλέγει «ασφαλή» χρώματα για να πουλά ευκολότερα το αυτοκίνητο στο μέλλον, ενώ τα εργοστάσια κρατούν στοκ σε ουδέτερες αποχρώσεις. Η ιστορία θυμίζει ότι κάποτε το κόστος είχε λόγο (όπως στο Model T του Χένρι Φορντ), αλλά σήμερα η επιλογή είναι κυρίως θέμα μάρκετινγκ και αισθητικής: «Διανύουμε μια περίοδο χρωματικής λιτότητας», καταλήγει.

Και στην τεχνολογία οι κανόνες της μαζικής αγοράς επιβάλλουν ουδέτερες παλέτες. Smartphones και φορητοί υπολογιστές κυκλοφορούν σχεδόν αποκλειστικά σε μαύρο, λευκό ή ασημί: τα ποιοτικά οφέλη, η συμβατότητα με κάθε χώρο και αξεσουάρ, αλλά και η ευκολία στην εφοδιαστική αλυσίδα κάνουν αυτές τις επιλογές προτιμητέες. Επιπλέον, συσκευές σε ήσυχες αποχρώσεις πωλούνται πιο εύκολα και στα μεταχειρισμένα, ενώ οι σκούρες αποχρώσεις κρύβουν καλύτερα γρατζουνιές, προσδίδοντας και αίσθηση ασφάλειας σε προϊόντα που διαχειρίζονται προσωπικά δεδομένα και χρήματα.

Παρόλα αυτά, οι έντονες αποχρώσεις δεν έχουν εξαφανιστεί εντελώς: εμφανίζονται στοχευμένα σε οικονομικότερα μοντέλα για νέους ή ως ειδικές εκδόσεις που αναζωογονούν την αγορά. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η κυριαρχία του γκρι, του λευκού και του μαύρου αντανακλά μια πολύπλευρη συνεννόηση ανάμεσα σε ψυχολογία, οικονομία, τεχνολογία και αισθητική — και ότι η επανεισαγωγή του χρώματος στις πόλεις και τα προϊόντα απαιτεί στρατηγική, όχι απλώς βαφή.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ