Η διεθνής ναυτιλία καλείται να ξανασχεδιάσει τον ρόλο της σε έναν κόσμο όλο και πιο κατακερματισμένο: γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακή ανασφάλεια, εμπορικοί περιορισμοί, αυξημένα κόστη και τεχνολογικές απαιτήσεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση του κλάδου δεν αρκεί — απαιτείται ταχεία προσαρμογή, διαχείριση κινδύνων και προστασία πληρωμάτων και πλοίων, ώστε το παγκόσμιο εμπόριο και η ροή ενέργειας να μην «σβήσουν».
Αυτό το μήνυμα ανέδειξαν με σαφήνεια από το Annual Government Roundtable του Economist στο Λαγονήσι ο Βαγγέλης Μαρινάκης, ιδρυτής και πρόεδρος της Capital Maritime & Trading Corp., και η Αγγελική Φράγκου, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της Navios Maritime Partners, σε συζήτηση με συντονιστή τον Daniel Franklin του Economist.
Πρωτοστατώντας στις προτάσεις, ο κ. Μαρινάκης προτείνει την επιβολή τέλους διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ με αντάλλαγμα την ελεύθερη και ασφαλή ναυσιπλοΐα — μια ιδέα που, όπως είπε, «έχει ήδη διατυπωθεί επισήμως προς την αμερικανική κυβέρνηση». Απαντώντας στο πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει πρακτικά, ο εφοπλιστής ανέφερε ότι σήμερα οι εταιρείες πληρώνουν υψηλά ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου (war risk premiums), «από 1 έως 3 εκατομμύρια δολάρια, ανάλογα με την αξία του πλοίου», με συνέπεια σημαντικό πρόσθετο κόστος.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, αν υπήρχε ένα θεσμικό τέλος διέλευσης υπό την προϋπόθεση της διασφάλισης ελεύθερης ναυσιπλοΐας, θα εκλείπει η ανάγκη για αυτά τα υψηλά ασφάλιστρα. Επιπλέον, τα έσοδα από τα τέλη θα μπορούσαν «να μοιραστούν μεταξύ όλων των χωρών του αραβικού κόσμου που έχουν ήδη πληγεί και έχουν υποστεί ζημιές από αυτόν τον πόλεμο, του Ιράν, και φυσικά, ένα ποσοστό θα μπορούσε να κατευθυνθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για όλα αυτά τα τεράστια έξοδα αυτής της πολεμικής επιχείρησης». Η πρόταση, όπως τόνισε, θα δημιουργούσε μια «συνθήκη αμοιβαίου οφέλους (win‑win)».
Ο κ. Μαρινάκης τοποθέτησε την πρωτοβουλία στο πλαίσιο μιας περιόδου «πρωτοφανών παγκόσμιων κρίσεων». «Είχαμε τον Covid, τη Διώρυγα του Παναμά, το κλείσιμο της Διώρυγας του Σουέζ, μετά τον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας και φυσικά ό,τι συμβαίνει μεταξύ Ισραήλ, Ιράν και Λιβάνου», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι συνεχείς διαταραχές καθιστούν τη ναυτιλία ουσιαστικό εργαλείο για κράτη και οικονομίες, ιδίως στον τομέα της μεταφοράς ενέργειας.
Στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων, τόνισε, παραμένει η ασφάλεια των πληρωμάτων: «Εμείς πρέπει να είμαστε εκεί για να διασφαλίσουμε ότι τα πληρώματά μας είναι ασφαλή. Διαχειριζόμαστε έναν αποδοτικό στόλο και θα είμαστε εκεί για να παραδώσουμε φορτία όταν χρειάζεται, και μάλιστα ακόμα περισσότερα.»
Από την πλευρά της, η Αγγελική Φράγκου ανέλυσε την αλλαγή της παγκόσμιας οικονομίας: μια κλιμάκωση από την εποχή της παγκοσμιοποίησης και της αποδοτικότητας προς μια μορφή «μερκαντιλισμού παλαιού τύπου», όπου τέσσερις παράγοντες διαμορφώνουν το νέο πλαίσιο — η εθνική ασφάλεια, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, οι αμυντικές δαπάνες και η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI).
Καθένας από αυτούς, είπε, αυξάνει την πολυπλοκότητα και το κόστος του εμπορίου: «Τα δύο πρώτα… μετατρέπουν έναν αποδοτικό κόσμο βελτιστοποιημένου χαμηλού κόστους σε απόλυτα αναποτελεσματικό. Δασμοί σημαίνει ότι θα εμπορευόμαστε, θα μεταφέρουμε πράγματα όχι εκεί που θα έπρεπε φυσιολογικά, ή ότι η μεταφορά της παραγωγής πιο κοντά (near‑shoring) θα πάει πιο μακριά. Γεωπολιτικές συγκρούσεις σημαίνει ότι υπάρχουν διαταραχές και πρέπει να έχεις εφεδρείες (redundancy). Οπότε, βασικά μετακινούμαστε σε έναν κόσμο όπου οι ναύλοι έχουν ένα επιπλέον κόστος.»
Η Φράγκου υπογράμμισε ακόμη το «υλικό αποτύπωμα» της Τεχνητής Νοημοσύνης: το AI δεν είναι μόνο λογισμικό αλλά και μια νέα υποδομή — εργοστάσια ημιαγωγών, κέντρα δεδομένων, ενέργεια και διανομή ενέργειας — που απαιτεί τεράστιες επενδύσεις. Έφερε συγκεκριμένους αριθμούς: «Μιλάμε για 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2025, και επιπλέον στα επόμενα πέντε χρόνια… περίπου άλλα 5 τρισεκατομμύρια. Και αυτές είναι παγκόσμιες τάσεις, επειδή και η Κίνα κάνει το ίδιο πράγμα. Η Ευρώπη κάνει το ίδιο. Και περίπου το ένα τρίτο αυτού αφορά εμπορεύματα που μεταφέρουμε εμείς, όπως χάλυβα, τσιμέντο, LNG, άνθρακα, κάθε μορφή ενέργειας.»
Στο μέτωπο της ενέργειας, η εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ παραμένει κομβική: περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου διακινούνται εκεί καθημερινά — γύρω στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης — και περίπου το 20% του φυσικού αερίου. Κατ’ επέκταση, κάθε ένταση στην περιοχή επιβάλλει βραχυπρόθεσμη διαφοροποίηση, με την εμφάνιση περισσότερων αγωγών και εγκαταστάσεων αποθήκευσης.
Παρά τους κινδύνους, η αύξηση των αμυντικών δαπανών μπορεί, κατά την Αγγελική Φράγκου, να φέρει και θετικά αποτελέσματα: τεχνολογικές καινοτομίες και προηγμένες τεχνολογίες κατασκευής που μπορεί να έχουν ευρύτερα οφέλη για την κοινωνία. Υπογράμμισε ότι το ΝΑΤΟ φτάνει σε επίπεδα δαπανών που θεωρούνταν παλαιότερα αδιανόητα για την Ευρώπη — μια αλλαγή που ανοίγει δρόμους και για τεχνολογική ανάπτυξη.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Μαρινάκης υπενθύμισε το ηθικό βάρος της συζήτησης: «Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να σεβόμαστε και να προστατεύουμε την ανθρώπινη ζωή. Δεύτερον, πρέπει να σεβόμαστε και να προστατεύουμε την ιστορία των εθνών, τον πολιτισμό των εθνών και, φυσικά, τη δημοκρατία.» Το συμπέρασμα ήταν ξεκάθαρο: η σταθερότητα πρέπει να αποκατασταθεί ταχύτατα «με γρήγορες και άμεσες ενέργειες», πριν η συσσωρευμένη πίεση στις οικονομίες προκαλέσει μόνιμη ζημιά.
Η εικόνα που προέκυψε στο πάνελ ήταν σαφής: ένας κλάδος που επωφελείται στη διάρκεια αναταράξεων αλλά, ταυτόχρονα, είναι κρίσιμος για την ανασυγκρότηση και τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας — υπό το πρίσμα νέων γεωπολιτικών και τεχνολογικών ρεαλισμών.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ / EUROKINISSI

