Η πρωτοφανής, για τη σύγχρονη εποχή, διακοπή της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ αναδιαμόρφωσε το τοπίο της παγκόσμιας ναυτιλίας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, προκαλώντας ρήγμα στις θαλάσσιες ροές ενέργειας αλλά και εκτόξευση των τιμών ναύλων. Η εξαμηνιαία επισκόπηση της Clarksons Research δείχνει ότι ο αντίκτυπος ήταν άμεσος και ισχυρός: ο σύνθετος δείκτης ClarkSea ενισχύθηκε κατά 61% σε ετήσια βάση και διαμορφώθηκε στα 38.717 δολάρια την ημέρα.
Σύμφωνα με την έκθεση, η ουσιαστική «απαγόρευση» διελεύσεων από τον Μάρτιο μείωσε έως και κατά 95% τις διελεύσεις από τα Στενά, αγγίζοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου. Παρά τις τεράστιες αναταραχές, η αγορά κατάφερε να απορροφήσει μεγάλο μέρος του σοκ, κυρίως μέσω αναπροσαρμογής ροών και εναλλακτικών εξαγωγών.
«Η ναυτιλία βρέθηκε και πάλι «στην πρώτη γραμμή της γεωπολιτικής»», αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της Clarksons Research, Steve Gordon, περιγράφοντας την έκταση της διαταραχής και το εύρος των επιπτώσεων στις διεθνείς μεταφορές ενέργειας.
Η απώλεια φορτίων αντισταθμίστηκε σε σημαντικό βαθμό από αυξημένες εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από άλλες περιοχές, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σημαντικό ρόλο στην άνοδο των ναύλων έπαιξαν επίσης οι μεγαλύτερες αποστάσεις μεταφοράς, οι καθυστερήσεις στη Διώρυγα του Παναμά και η προσωρινή ακινητοποίηση εκατοντάδων πλοίων στον Περσικό Κόλπο. Παρά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν στα τέλη Ιουνίου που επέτρεψε κάποια αποκατάσταση της κυκλοφορίας μέσω του Ορμούζ, οι διελεύσεις παραμένουν αισθητά κάτω από τα συνήθη επίπεδα.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι ήταν οι αγορές δεξαμενοπλοίων: τα ημερήσια έσοδα για τον κλάδο διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 82.000 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ. Τα πλοία μεταφοράς LPG κινήθηκαν επίσης σε ιστορικά υψηλά, με τα VLGC να προσεγγίζουν ακόμη και τα 200.000 δολάρια ημερησίως, ενώ τα LNG carriers διατήρησαν σταθερά έσοδα περίπου 77.000 δολαρίων την ημέρα.
Στα containerships, οι γεωπολιτικές εντάσεις σε συνδυασμό με δασμούς και τους φόβους νέων διαταραχών στην εφοδιαστική οδήγησαν σε πρόωρη φόρτωση εμπορευμάτων, διατηρώντας τους ναύλους στα υψηλότερα επίπεδα μετά την πανδημία. Η αγορά ξηρού φορτίου σταθεροποιήθηκε μετά από αδύναμο ξεκίνημα, με τα Capesize να υπερβαίνουν προσωρινά τις 40.000 δολάρια ημερησίως, ενώ οι μεταφορείς αυτοκινήτων ενισχύθηκαν σημαντικά χάρη στην εκρηκτική άνοδο των κινεζικών εξαγωγών.
Παράλληλα, ο παγκόσμιος στόλος συνέχισε να επεκτείνεται (+5% το 2026), ενώ το βιβλίο παραγγελιών αυξήθηκε κατά 10% από την αρχή του έτους. Μέχρι τα μέσα του έτους, το βιβλίο παραγγελιών ανέβηκε σε 207 εκατ. CGT / 657 δισ. δολάρια — ρεκόρ σε όρους εκατ. δολαρίων, αν και περίπου 8% χαμηλότερο σε χωρητικότητα σε σχέση με το 2008 — και πλέον αντιπροσωπεύει το 21% του στόλου (από 10% το 2020 και κάτω από 55% το 2008). Ιδιαίτερα έντονη ήταν η δραστηριότητα στα δεξαμενόπλοια, με περισσότερες από 150 παραγγελίες VLCC, τον μεγαλύτερο αριθμό από το 1973.
Η παραγωγή των ναυπηγείων αυξήθηκε κατά 14% στο εξάμηνο, με την Κίνα να διευρύνει την κυριαρχία της: τα κινεζικά ναυπηγεία κάλυψαν το 57% των παγκόσμιων παραδόσεων σε όρους CGT. Αυτή η συγκέντρωση παραγωγής ενισχύει την ταχύτητα με την οποία ολοκληρώνονται παραδόσεις και υποστηρίζει την ανάκαμψη της αγοράς.
Ωστόσο, παρά τις επενδύσεις και την ισχυρή ρευστότητα στον κλάδο, η Clarksons προειδοποιεί ότι η πράσινη μετάβαση προχωράει με αργούς ρυθμούς. Η κανονιστική αβεβαιότητα γύρω από την απανθρακοποίηση περιορίζει τις αποφάσεις για εναλλακτικά καύσιμα, αν και οι τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας κερδίζουν έδαφος και έχουν πλέον εγκατασταθεί σχεδόν στο 48% της παγκόσμιας χωρητικότητας.

