Οι 927 σελίδες της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων του Ντόναλντ Τραμπ φέρνουν στο φως έσοδα-ρεκόρ για το πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο: σύμφωνα με τα στοιχεία, τα συνολικά έσοδα του προέδρου το 2025 ανήλθαν σε 2,2 δισ. δολάρια, με περισσότερα από 1,4 δισ. να προέρχονται από την αγορά των κρυπτονομισμάτων.
Στην οικονομική δήλωση εμφανίζονται έσοδα 800 εκατ. δολαρίων από την εταιρεία World Liberty Financial, που ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024. Ιδρυτικά στελέχη της εταιρείας είναι οι γιοι του προέδρου, Ερικ και Ντόναλντ Τζούνιορ, οι δύο γιοι του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία – και ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή – Στιβ Γουίτκοφ, Ζακ και Αλεξ, καθώς και οι επιχειρηματίες της αγοράς κρυπτοστοιχείων Τσέις Χέρο και Ζακ Φόλκμαν. Η οικογένεια Τραμπ εκτιμάται ότι κατέχει το 60% της World Liberty Financial.
Η World Liberty Financial ενίσχυσε τα μεγέθη της μετά την έκδοση του σταθερού κρυπτονομίσματος (stablecoin) USD1, το οποίο έχει ισοτιμία 1:1 με το δολάριο. Παρά το ότι δεν φτάνει σε δημοφιλία άλλα stablecoins όπως το USDT και το USDC, υπολογίζεται ότι περίπου 4,6 δισ. USD1 (αξίας 4,6 δισ. δολαρίων) βρίσκονται σε κυκλοφορία.
Ιδιαιτέρως προβληματική θεωρείται η αγορά USD1 αξίας 2 δισ. δολαρίων από εταιρεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), μια συναλλαγή που προηγήθηκε μιας μεγάλης εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ – ΗΑΕ για τσιπ υπολογιστών, και έχει προκαλέσει ερωτήματα για τους δεσμούς και τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους εμπλεκόμενους.
Παράλληλα, στη δήλωση αναφέρονται 635 εκατ. δολάρια έσοδα από τα memecoins $TRUMP και $MELANIA, κρυπτοστοιχεία επενδυτικού χαρακτήρα που εκδόθηκαν τον Ιανουάριο του 2025, είδαν σύντομα την αξία τους να εκτινάσσεται και στη συνέχεια να καταρρέει. Επιπλέον σημαντικά έσοδα αποδίδονται στην εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του προέδρου στο Μαρ-α-Λάγκο, σε δικαστικές διαμάχες με εταιρείες μέσων ενημέρωσης αλλά και σε δραστηριότητες του Οργανισμού Τραμπ στο real estate.
Αν και, νομικά, τα κέρδη που καταγράφονται δεν συνιστούν απαραίτητα παρανομία, οι αποκαλύψεις έχουν πυροδοτήσει έντονη κριτική και πολιτικές εντάσεις για το κατά πόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκε τη θέση του για να ευνοήσει συγκεκριμένες αγορές και συμμετέχοντες, ανοίγοντας νέα μέτωπα ελέγχων και δημόσιας διαμάχης.

