Η εικόνα των αδέσποτων στην καθημερινότητά μας είναι το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας αποφάσεων και παραλείψεων που ξεκινούν πολύ πριν ένα ζώο βρεθεί στον δρόμο. Πριν γίνει «ακόμη ένα αδέσποτο», υπάρχει συνήθως μια γέννα που δεν καταγράφηκε, ένα ζώο που δεν στειρώθηκε, ένας κηδεμόνας που δεν ανέλαβε την ευθύνη — μια αυλή, ένα υπόγειο, ένας στάβλος ή ένα χωράφι όπου γεννήθηκαν κουτάβια ή γατάκια χωρίς κανέναν σχεδιασμό για το μέλλον τους.
Ανάμεσα στις σταθερές μαρτυρίες φιλοζωικών σωματείων και σε σχετικές έρευνες, ένα στοιχείο προκύπτει ξεκάθαρο: η πλειονότητα των αδέσποτων σκύλων προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από κυνηγετικούς και ποιμενικούς πληθυσμούς. Πρόκειται για ζώα εργασίας — σκύλους που χρησιμοποιήθηκαν και μετέπειτα κρίθηκαν «περιττοί», «άχρηστοι» ή απλώς ανεπιθύμητοι — και όχι αποκλειστικά για κατοικίδια που χάθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν στις πόλεις.
Αυτό αλλάζει ριζικά την προσέγγιση: το πρόβλημα δεν παράγεται μόνο στα αστικά κέντρα ούτε περιορίζεται στην κλασική εικόνα εγκατάλειψης ενός συντροφικού ζώου. Παραγεται και στην περιφέρεια, από ανεξέλεγκτες γέννες, από αστείρωτα δεσποζόμενα, από αλλαγές χεριών χωρίς καταγραφή, από ζώα που δεν παρακολουθεί κανείς μέχρι να βρεθούν στον δρόμο.
Ο Νόμος 4830/2021 προσπάθησε να θεσπίσει διαφορετικό πλαίσιο: ηλεκτρονική σήμανση, καταγραφή, ιχνηλασιμότητα, υποχρεώσεις κηδεμόνων και, ως κεντρική πρόβλεψη, την υποχρέωση στείρωσης ή, εναλλακτικά, αποστολής δείγματος γενετικού υλικού (DNA). Η λογική είναι σαφής — κανένα ζώο δεν πρέπει να βρίσκεται εκτός συστήματος: κάθε ζώο χρειάζεται ταυτότητα, διαδρομή, κηδεμόνα και ευθύνη.
Υπάρχει, άλλωστε, το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς, στο οποίο καταγράφονται στοιχεία ζώων, ιατρικές πράξεις και κρίσιμα συμβάντα ζωής — σήμανση, απώλεια, εύρεση, μεταβίβαση, υιοθεσία και αναδοχή. Το εργαλείο είναι διαθέσιμο. Το ερώτημα όμως είναι αν αξιοποιείται ως μηχανισμός πρόληψης ή παραμένει ένα ψηφιακό αρχείο που δεν φτάνει στην πραγματική πηγή του προβλήματος.
Σχεδόν πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου, η εφαρμογή του παραμένει ελλιπής. Η υποχρέωση στείρωσης ή DNA αντιμετωπίζεται από πολλούς ως θεωρητική πρόβλεψη, η ιχνηλασιμότητα είναι άνιση και οι ανεξέλεγκτες γέννες συνεχίζονται. Κουτάβια και γατάκια εξακολουθούν να «χαρίζονται» χωρίς έλεγχο, χωρίς σήμανση και χωρίς καταγραφή για το πού θα καταλήξουν.
Ο νομοθέτης, άλλωστε, δεν αντιμετωπίζει την εγκατάλειψη ως απλή παράβαση. Η εγκατάλειψη ζώου συντροφιάς συνιστά ποινικό αδίκημα, ενώ η εγκατάλειψη νεογέννητων ζώων διώκεται σε βαθμό κακουργήματος. Ο νόμος αναγνωρίζει ότι η στιγμή που ένα ζώο αφήνεται αβοήθητο δεν είναι μια «δύσκολη απόφαση»: είναι κρίκος της ίδιας αλυσίδας που αρχίζει στην ανεξέλεγκτη γέννα και τελειώνει στον δρόμο.
Η εμπειρία δείχνει επίσης ότι καμία πλατφόρμα ή καταγραφή δεν αρκεί αν δεν εκλείψει η νοοτροπία που θεωρεί φυσιολογικό ένα ζώο να γεννά ξανά και ξανά «επειδή κάπου θα δοθούν τα μικρά». Αυτό δεν είναι ιδιωτική υποθεση: είναι η αρχή του υπερπληθυσμού που οδηγεί σε ασφυκτικά γεμάτα καταφύγια και σε δήμους που αντιμετωπίζουν τις συνέπειες αποφάσεων που πάρθηκαν πολύ νωρίτερα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η έμφαση μετατοπίζεται στην ιχνηλασιμότητα. Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες για σκύλους και γάτες δίνουν προτεραιότητα στην υποχρεωτική σήμανση, στην καταγραφή, στην εκτροφή, στην εισαγωγή, στη στέγαση και στη διαχείριση των ζώων — δηλαδή σε μέτρα που διασφαλίζουν ότι κάθε ζώο έχει προέλευση και υπεύθυνο άνθρωπο πίσω του.
Η πρόληψη, τελικά, είναι το κλειδί: στείρωση, σήμανση, υπεύθυνη μεταβίβαση, έλεγχος της γέννας και ιχνηλασιμότητα. Αν δεν ξέρουμε από πού προέρχονται τα ζώα, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να σταματήσουμε το πού καταλήγουν.

