Γολγοθάς συνεχίζουν να βιώνουν χιλιάδες συνταξιούχοι που έχουν επικουρική: οι αυξήσεις παραμένουν παγωμένες, οι εκδόσεις καθυστερούν μήνες ή και χρόνια και τα ποσά των νέων συντάξεων έχουν υποστεί επιβάρυνση από τις αλλαγές του νόμου Κατρούγκαλου.
Η αναμονή για την έκδοση μιας επικουρικής σύνταξης μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τα τρία χρόνια, ενώ στις ήδη εκδιδόμενες επικουρικές επιβάλλεται διπλή «πίεση»: από τη μία η ψυχρή πραγματικότητα του παγώματος των αυξήσεων και από την άλλη η διπλή φορολόγηση με 10% λόγω ΕΑΣ για μεικτά ποσά πάνω από 300 ευρώ.
Η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, που εισήχθη με τον νόμο Κατρούγκαλου το 2016, στερεί από περίπου 1,3 εκατ. δικαιούχους οποιαδήποτε αύξηση, αφού επιτρέπει αναπροσαρμογές μόνο όταν ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης (ΕΤΕΑΕΠ) του ΕΦΚΑ εμφανίζει πλεόνασμα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του e‑ΕΦΚΑ, ο ΕΤΕΑΕΠ σημείωσε το 2025 πλεόνασμα άνω των 188 εκατ. ευρώ, σημαντικά πάνω από την αρχική εκτίμηση των 115 εκατ. ευρώ.
Παρά τα πλεονάσματα όμως, οι επικουρικές δεν εντάχθηκαν στις αυξήσεις που δόθηκαν στις κύριες συντάξεις την περίοδο 2023‑2026. Ειδικότερα, οι δικαιούχοι επικουρικών δεν έλαβαν την αύξηση 7,78% το 2023, ούτε την 3% το 2024, ούτε τις αυξήσεις 2,4% το 2025 και 2,4% το 2026 που δόθηκαν στις κύριες συντάξεις, καθώς με απόφαση της κυβέρνησης οι επικουρικές εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του ν. 4997/2022.
Από το 2015 ο τρόπος υπολογισμού των επικουρικών έγινε δυσμενέστερος για τους νέους συνταξιούχους: εφαρμόζεται πλέον διπλός τρόπος υπολογισμού. Για τα έτη ασφάλισης έως το 2014 ο συντελεστής είναι 0,45% ανά έτος επί των συντάξιμων αποδοχών του 2002‑2014. Για τα έτη από 2015 και μετά καθοριστικό ρόλο παίζουν οι εισφορές και η ηλικία συνταξιοδότησης — όσο περισσότερες οι εισφορές και όσο αργότερη η έξοδος (προς τα 67), τόσο υψηλότερη η επικουρική.
Στην περίπτωση πρόωρης αποχώρησης, για τα έτη έως το 2014 εφαρμόζεται μείωση 6% έως 30% στην επικουρική, ενώ για τα έτη μετά το 2015 η ποινή της πρόωρης εξόδου «αντικαταστάθηκε» από συντελεστές μείωσης ανάλογα με την ηλικία εξόδου.
Το υπουργείο Εργασίας, ωστόσο, ετοιμάζει παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν οι αδικίες και οι διαδικαστικές καθυστερήσεις. Τη δεδομένη περίοδο προωθούνται δύο βασικές ρυθμίσεις: η μείωση ή και κατάργηση της κράτησης 6% που επιβάλλεται από το 2015 στις επικουρικές ως εισφορά ασθένειας και η αλλαγή στον τρόπο απονομής των επικουρικών σε περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης.
Στόχος της δεύτερης ρύθμισης είναι όλες οι επικουρικές συντάξεις με διαδοχική ασφάλιση να εκδίδονται από το τελευταίο Ταμείο, ανεξαρτήτως του φορέα όπου οι ασφαλισμένοι έχουν τα περισσότερα ένσημα, ώστε να ξεμπλοκάρει το στοκ των περίπου 33.000 αιτήσεων που βρίσκονται σε αναμονή. Σήμερα, με το ισχύον καθεστώς (Ν. 5078/2023), η απονομή από τον τελευταίο φορέα προβλέπεται μόνον όταν ο συνολικός χρόνος ασφάλισης είναι 15 έτη· σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση εξετάζεται από τον φορέα όπου συμπληρώνεται ο περισσότερος χρόνος ασφάλισης.
Η τρέχουσα πρακτική αναγκάζει σε πολύμηνη εσωτερική αλληλογραφία μεταξύ των τομέων επικουρικής ασφάλισης του ΕΦΚΑ για να προσδιοριστεί ποιος φορέας θα αναλάβει την εκκαθάριση της αίτησης, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να καθυστερούν και η απονομή της επικουρικής να διαρκεί ακόμη πάνω από τρία χρόνια.
Το υπουργείο δεσμεύεται για νομοθετική ρύθμιση μέσα στο καλοκαίρι που θα επιταχύνει τη διαδικασία απονομής και θα ανακουφίσει τους χιλιάδες δικαιούχους, ωστόσο το πότε και σε ποιο βάθος θα υλοποιηθούν οι αλλαγές παραμένει κρίσιμο στοιχείο για τους επόμενους μήνες.

