Σε λιγότερο από μια εβδομάδα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δέχθηκε δυο ηχηρές αποχωρήσεις που αναζωπυρώνουν την εσωτερική κρίση γύρω από την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ.
Πρώτος το ανακοίνωσε ο γνωστός σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον, λέγοντας ότι «δεν υπάρχει καμία περίπτωση» να ξαναστηρίξει το κόμμα, αλλά ξεκαθαρίζοντας ταυτοχρόνως πως η απομάκρυνσή του δεν ισοδυναμεί με στροφή προς τους Δημοκρατικούς.
Λίγες ημέρες μετά, ακολούθησε η βουλευτής από τη Τζόρτζια, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, κάποτε από τις πλέον φανατικές υποστηρίκτριες του Τραμπ, η οποία επιβεβαίωσε ότι παύει να στηρίζει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Η Γκριν, που είχε ήδη αρχίσει να παίρνει αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο μετά την επανεκλογή του Τραμπ στις αρχές του 2025, έγραψε χαρακτηριστικά: «Ο Τάκερ δεν είναι ο μόνος. Είμαστε πολλοί που έχουμε βαρεθεί να υποστηρίζουμε ένα κόμμα που προδίδει τους ψηφοφόρους και βάζει την Αμερική τελευταία». Όπως και ο Κάρλσον, τόνισε ότι η αποχώρησή της δεν σημαίνει προσχώρηση στους Δημοκρατικούς.
Former U.S. Congresswoman from Georgia and former ally of Donald Trump, Marjorie Taylor Greene, announced that she has stopped supporting the Republican Party, joining host Tucker Carlson who recently broke with the party just a few months before the midterm elections.
During a… pic.twitter.com/bYxZfmIkya
— S p r i n t e r (@SprinterPress) June 25, 2026
Κύριοι άξονες της κόντρας τους με την ηγεσία των Ρεπουμπλικανών είναι, όπως αναφέρουν, η αντιπαράθεση με το Ιράν και η αδυναμία αντιμετώπισης του πληθωρισμού — θέματα που, κατά την άποψή τους, η κυβέρνηση χειρίζεται αποτυχημένα.
Η ρήξη της Γκριν με τον Τραμπ άλλωστε είχε βαθύνει νωρίτερα, όταν εκείνη άσκησε σκληρή κριτική στον τρόπο διαχείρισης των αρχείων του καταδικασμένου και αυτόχειρα παιδόφιλου Τζέφρι Έπσταϊν. Ο Τραμπ την αποκάλεσε «προδότρια», μια εξέλιξη που οδήγησε τη Γκριν στην απόφαση να μην διεκδικήσει επανεκλογή στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Όπως επισημαίνει η Guardian, το χάσμα στο εσωτερικό του κινήματος MAGA βαθαίνει, με τους δύο πρώην πιστούς συμμάχους του Τραμπ να μετατρέπονται σε σύμβολα μιας ευρύτερης δυσαρέσκειας που φουντώνει στη βάση των Ρεπουμπλικανών.

