Οι καύσωνες του Ιουνίου 2025, που ανάγκασαν σε προσωρινό κλείσιμο 200 σχολείων στη Γαλλία και έστειλαν τον υδράργυρο έως και τους 35°C στο Λονδίνο, έφεραν στο φως ένα παράδοξο: εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία εξακολουθούν να στερούνται κλιματισμού. Το πρόβλημα δεν λύνεται απλώς με την αγορά συσκευών — είναι ριζωμένο σε βαθύτερες δομές και νοοτροπίες.
Η εικόνα αντιπαραβάλλεται με την κατάσταση στις ΗΠΑ, όπου το ποσοστό διείσδυσης του κλιματισμού αγγίζει το 90%. Στην Ευρώπη, αντίθετα, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία εμφανίζουν ποσοστά κάτω του 5% και η Γερμανία μόλις στο 3% — ενδεικτικά μεγέθη που εξηγούν γιατί οι καύσωνες πλήττουν με τόσο διαφορετική ένταση τα νοικοκυριά.
Τρεις βασικοί παράγοντες κρατούν εδώ και δεκαετίες τον κλιματισμό εκτός ευρωπαϊκών σπιτιών:
-
Κλιματική κληρονομιά: Τα παλαιότερα κτίσματα της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης χτίστηκαν για ήπια καλοκαίρια. Πέτρα και τσιμέντο προφύλασσαν από τη ζέστη την ημέρα και άφηναν να δροσίζει τη νύχτα, καθιστώντας τον κλιματισμό περιττό για γενιές.
-
Κτιριακό απόθεμα και γραφειοκρατία: Στην Αγγλία ένα στα έξι σπίτια έχει κατασκευαστεί πριν από το 1900. Η τοποθέτηση εξωτερικών μονάδων σε τέτοια κτίρια είναι τεχνικά και οικονομικά προβληματική, ενώ οι τοπικές αρχές συχνά απορρίπτουν αιτήσεις, ειδικά όταν πρόκειται για διατηρητέα οικήματα.
-
Νοοτροπία και κόστος ενέργειας: Ο κλιματισμός θεωρούνταν για χρόνια είδος πολυτελείας. Αυτή η αντίληψη, σε συνδυασμό με τις παραδοσιακά υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, καθυστέρησε την ευρεία υιοθέτηση.
Ωστόσο, η στροφή δεν είναι αμελητέα. Ο φονικός καύσωνας του 2003, ο θερμότερος των τελευταίων 500 ετών και υπεύθυνος για περισσότερους από 70.000 θανάτους στην Ευρώπη (σχεδόν 15.000 στη Γαλλία), αποτέλεσε σημείο καμπής. Μετά την τραγωδία λήφθηκαν θεσμικά μέτρα — για παράδειγμα, η υποχρεωτική ύπαρξη τουλάχιστον ενός κλιματιζόμενου χώρου σε γηροκομεία — αλλά η διείσδυση στις ιδιωτικές κατοικίες προχώρησε με βραδύ ρυθμό.
Τα τελευταία χρόνια όμως τα στοιχεία δείχνουν αλλαγή: εγκαταστάτες στη Βρετανία καταγράφουν τριπλασιασμό της ζήτησης από ιδιώτες την τελευταία πενταετία. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αγορά κλιματισμού εμφανίζει δυναμική — από τα 24,93 δισ. δολάρια το 2024 προβλέπεται να φτάσει τα 43,34 δισ. δολάρια έως το 2033.
Αυτό που ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο είναι το περιβαλλοντικό δίλημμα: η εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών οδηγεί σε σημαντική αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας και επιτείνει το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας, τροφοδοτώντας με τη σειρά του την κλιματική κρίση που προκαλεί τους ίδιους τους καύσωνες.
Παρόλα αυτά, οι προβλέψεις είναι σαφείς. Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA), οι μονάδες κλιματισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να φτάσουν τα 275 εκατομμύρια έως το 2050 — περισσότερο από διπλάσιες σε σχέση με το 2019 — γεγονός που θέτει κυβερνήσεις και πολίτες μπροστά σε δύσκολες επιλογές για τη δημόσια υγεία, την ενεργειακή επάρκεια και το κλίμα.
Η πρόκληση πλέον είναι διπλή: πώς θα προστατευτούν οι πολίτες από τους καύσωνες χωρίς να επιβαρυνθεί περαιτέρω το περιβάλλον και πώς θα προσαρμοστεί το παλαιό κτιριακό απόθεμα σε νέες ανάγκες, με τεχνολογίες πιο αποδοτικές και πολιτικές που να στηρίζουν οικονομικά και πρακτικά τη μετάβαση.

