Η 1η Ιουλίου 2026 σηματοδοτεί μια καμπή για το ηλεκτρονικό εμπόριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση: από εκείνη την ημέρα θα τεθεί σε εφαρμογή νέος κοινοτικός δασμός 3 ευρώ για μικροδέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ που εισάγονται από τρίτες χώρες. Το μέτρο στοχεύει ευθέως στις μαζικές, φθηνές αγορές από πλατφόρμες της Ασίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιχειρεί να περιορίσει την πίεση που δέχεται το εγχώριο λιανεμπόριο.
Τι αλλάζει από την 1η Ιουλίου
Στο εξής, κάθε μικροδέμα που εισάγεται στην ΕΕ από τρίτη χώρα και έχει αξία κάτω των 150 ευρώ θα επιβαρύνεται με δασμό 3 ευρώ. Καίριο στοιχείο της ρύθμισης είναι ότι η επιβάρυνση δεν υπολογίζεται απαραιτήτως ανά δέμα, αλλά ανά τεμάχιο που ανήκει σε διαφορετική δασμολογική κατηγορία.
Αυτό σημαίνει ότι αν στο ίδιο πακέτο περιέχονται προϊόντα σε διαφορετικές κατηγορίες —π.χ. ένας φορτιστής, ένα καλώδιο και μία θήκη κινητού— ο καταναλωτής μπορεί να κληθεί να πληρώσει 3 ευρώ για κάθε κατηγορία, δηλαδή συνολικά έως και 9 ευρώ. Η νέα ρύθμιση, με άλλα λόγια, μπορεί να αυξήσει αισθητά την τελική τιμή πολλών φθηνών αγορών που μέχρι σήμερα έφταναν στον πελάτη με ελάχιστο πρόσθετο κόστος.
Η ΕΕ χαρακτηρίζει τον δασμό ως «πρώτο ανάχωμα» για την αντιμετώπιση της ανεξέλεγκτης ροής φθηνών μικροδεμάτων και για την προστασία της ευρωπαϊκής αγοράς από αθέμιτο ανταγωνισμό. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι μεγάλες κινεζικές πλατφόρμες λειτουργούν με διαφορετικούς όρους κόστους, φορολογίας και ελέγχων, δυσκολεύοντας την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων e‑shops.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η επιβολή τέλους εκτελωνισμού έως τον Νοέμβριο του 2026, ενώ σε επόμενο στάδιο προβλέπεται η δημιουργία της Τελωνειακής Αρχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Κόμβου Τελωνειακών Δεδομένων για το ηλεκτρονικό εμπόριο, με στόχο πιο αυστηρό πλαίσιο ελέγχων.
Πώς θα επηρεαστούν οι καταναλωτές
Οι αλλαγές θα γίνουν κυρίως αισθητές στις πολύ φθηνές αγορές: προϊόντα χαμηλής αξίας που μέχρι σήμερα κόστιζαν λίγα ευρώ ενδέχεται να χάσουν σε ελκυστικότητα μετά την προσθήκη της νέας επιβάρυνσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι Ευρωπαίοι θα συνεχίσουν να αγοράζουν με την ίδια ένταση από κινεζικές πλατφόρμες ή αν θα στραφούν περισσότερο σε ευρωπαϊκά ηλεκτρονικά καταστήματα.
Η αγορά παρακολουθεί με επιφύλαξη: εκπρόσωποι του κλάδου τονίζουν πως πολλά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου και από το κατά πόσο τα ελληνικά και ευρωπαϊκά e‑shops θα κατορθώσουν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους.
Η απάντηση των κινεζικών πλατφορμών
Οι μεγάλες ασιατικές πλατφόρμες έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται: δημιουργούν ή αξιοποιούν αποθήκες εντός της ΕΕ ώστε να εξυπηρετούν παραγγελίες από ευρωπαϊκό έδαφος και να αποφεύγουν το κόστος εισαγωγών από τρίτες χώρες.
Η Temu, για παράδειγμα, διατηρεί από τον Δεκέμβριο του 2024 αποθήκες σε χώρες όπως η Ουγγαρία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Σουηδία, με στόχο το 80% των παραγγελιών από την ΕΕ να εξυπηρετείται από αυτές. Αντίστοιχη στρατηγική ακολουθεί και η Shein, η οποία διαθέτει μεγάλο αποθηκευτικό κέντρο στη Βαρσοβία και μικρότερες εγκαταστάσεις σε Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο και Ισπανία.
Σε κάθε περίπτωση, το νέο πλαίσιο αλλάζει τα δεδομένα του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ευρώπη και ανοίγει έναν νέο γύρο ανταγωνισμού μεταξύ διεθνούς προσφοράς και εγχώριων προμηθευτών — με τους καταναλωτές, στο τέλος, να καλούνται να πληρώσουν το λογαριασμό της προσαρμογής.

