Η αύξηση από τα 880 στα 920 ευρώ μεικτά μεταφράζεται σε καλύτερες αποδοχές για χιλιάδες μισθωτούς και, κατά συνέπεια, σε υψηλότερο επίδομα αδείας: ο υπολογισμός του επιδόματος βασίζεται στις τακτικές αποδοχές, οπότε όσοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό θα δουν μεγαλύτερα ποσά κατά τη διάρκεια της θερινής τους άδειας.
Η εργατική νομοθεσία υπενθυμίζει ότι όλοι οι εργαζόμενοι με ενεργή σχέση εργασίας δικαιούνται ετήσια άδεια με πλήρεις αποδοχές και ότι ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από το αίτημα του εργαζομένου.
Ο τρόπος υπολογισμού ποικίλλει ανάλογα με την αμοιβή: για μισθωτούς το επίδομα αντιστοιχεί στο μισό του μηνιαίου μισθού, χωρίς να υπερβαίνει τις αποδοχές δεκαπέντε ημερών. Για όσους πληρώνονται με ημερομίσθιο ή με ποσοστά, το επίδομα ισούται με δεκατρία ημερομίσθια. Το δικαίωμα αυτό ισχύει μόνο για εργαζομένους με ενεργή σχέση εργασίας — οι άνεργοι που λαμβάνουν τακτικό επίδομα ανεργίας δεν δικαιούνται αντίστοιχη παροχή.
Σχετικά με την καταβολή, το επίδομα αδείας μπορεί να καταβληθεί εξ ολοκλήρου με την έναρξη της άδειας ή τμηματικά, μαζί με τις αποδοχές των επιμέρους διαστημάτων απουσίας, ανάλογα με τη συμφωνία με τον εργοδότη.
Αλλαγές στο καθεστώς χορήγησης δίνουν μεγαλύτερη ευελιξία: ενώ μέχρι πρότινος η ετήσια άδεια δινόταν ενιαία —εκτός αν ο εργαζόμενος ζητούσε εγγράφως την κατάτμησή της— το νέο πλαίσιο επιτρέπει, με συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, την κατανομή σε περισσότερα διαστήματα μέσα στο ίδιο έτος, ακόμη και σε τέσσερα ξεχωριστά τμήματα. Στην πράξη πολλές επιχειρήσεις ήδη εφάρμοζαν αυτή την πρακτική με άτυπες συμφωνίες και η νομοθεσία απλώς την κατοχυρώνει.
Υπάρχουν ειδικές προβλέψεις για την περίοδο αιχμής: από 1η Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου τουλάχιστον το 50% του προσωπικού κάθε επιχείρησης πρέπει να λάβει την ετήσια άδειά του μέσα σε αυτό το διάστημα, γεγονός που απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό σε κλάδους με έντονη θερινή δραστηριότητα, όπως οι ποτοποιίες, οι ζυθοποιίες, οι μεταφορές και το λιανεμπόριο σε τουριστικές περιοχές.
Το δικαίωμα σε ημέρες άδειας εξαρτάται από το σύστημα εργασίας και την προϋπηρεσία: στο πενθήμερο οι εργαζόμενοι δικαιούνται 20 ημέρες το πρώτο έτος, 21 μετά το δωδεκάμηνο και 22 από το τρίτο έτος. Με δέκα έτη στον ίδιο εργοδότη ή δωδεκάμηνη συνολική προϋπηρεσία η άδεια φτάνει σε 25 ημέρες, ενώ μετά από 25 χρόνια ανεβαίνει σε 26 ημέρες. Στο εξαήμερο το πλαίσιο είναι 24 ημέρες το πρώτο έτος, 25 το δεύτερο και 26 από το τρίτο· μετά δέκα έτη φτάνει στις 30 και μετά 25 έτη στις 31 ημέρες.
Παρά τις νέες δυνατότητες κατάτμησης, ο Αύγουστος παραμένει ο δημοφιλέστερος μήνας για καλοκαιρινές διακοπές. Οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι οφείλουν να συντονιστούν εγκαίρως, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες λειτουργίας χωρίς να θιγεί το δικαίωμα σε επαρκή ανάπαυση.
Οι εργαζόμενοι μπορούν να υπολογίσουν το ποσό του επιδόματος μέσω διαθέσιμων ηλεκτρονικών εργαλείων και εφαρμογών ενημέρωσης, ενώ για ατομικές ή σύνθετες περιπτώσεις συνίσταται η επικοινωνία με λογιστή ή το αρμόδιο προσωπικό του φορέα απασχόλησης.

