Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι η εικόνα της αγοράς κόκκινων δανείων στην Ελλάδα έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια, χωρίς όμως να έχουν εξαλειφθεί όλα τα ρίσκα: απλώς μετακινήθηκαν εκτός των τραπεζικών ισολογισμών. Η διαπίστωση προκύπτει από νέα τεχνική έκθεση στο πλαίσιο του Προγράμματος Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα (FSAP).
Στην έκθεση καταγράφεται η εντυπωσιακή μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) στα τραπεζικά βιβλία: από 43,5% τον Ιούνιο του 2019 στο 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025. Ο βασικός μοχλός ήταν οι τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής» και οι απευθείας πωλήσεις χαρτοφυλακίων σε funds.
Ωστόσο, το Ταμείο προειδοποιεί ότι το ρίσκο δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα, μεταφέρθηκε σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων —τους servicers— που σήμερα διαχειρίζονται χαρτοφυλάκιο ύψους 92,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 81,4 δισ. ευρώ ανήκουν σε funds. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί στο 37,4% του ελληνικού ΑΕΠ για το 2025 και αφορά περίπου 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες.
Στην πράξη, μεγάλο τμήμα νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχει μείνει εκτός τραπεζικού συστήματος και χαρακτηρίζεται ως μη χρηματοδοτήσιμο (non-bankable). Το αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση της πελατειακής βάσης για νέες χορηγήσεις και η στροφή των τραπεζών σε λίγες, μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Το ΔΝΤ αναγνωρίζει βελτιώσεις στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, ωστόσο το ποσοστό επιτυχίας τους παραμένει χαμηλό —περίπου 20% την τελευταία τετραετία. Βασικοί παράγοντες είναι οι συνεχείς ανακοπές από τους δανειολήπτες, η υποχρεωτική αναμονή επτά μηνών μεταξύ κατάσχεσης και πρώτου πλειστηριασμού και το ότι οι πιστοποιημένοι εκτιμητές δεν έχουν πρόσβαση στο εσωτερικό των ακινήτων.
Πρόβλημα δημιουργούν επίσης οι πολεοδομικές παραβάσεις: η εκτεταμένη αυθαιρεσία και η έλλειψη διαθέσιμων δεδομένων αποθαρρύνουν τους υποψήφιους αγοραστές, δυσχεραίνουν τη χρηματοδότηση και αναγκάζουν τράπεζες και servicers να διακρατούν ακίνητα για 5 έως 6 χρόνια μέχρι την τακτοποίησή τους.
Στον επιχειρηματικό τομέα, το ΔΝΤ επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα διαθέτει σύγχρονο νομικό πλαίσιο (Ν. 4738/2020) με εργαλεία όπως ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός και το Πτωχευτικό Δίκαιο. Ωστόσο, εντοπίζει ως σημαντική έλλειψη την απουσία επίσημης δικαστικής διαδικασίας αναδιοργάνωσης για μεγάλες και σύνθετες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα η εξυγίανση να βασίζεται κυρίως σε διαπραγματεύσεις εκτός δικαστηρίου και να στερείται δυνατότητας βαθύτερης επιχειρησιακής αναδιάρθρωσης υπό δικαστική εποπτεία.
Με φόντο τα παραπάνω, το Ταμείο κρούει τον κώδωνα για τις επιδόσεις των servicers, οι οποίες «υπολείπονται των στόχων» που είχαν τεθεί στα αρχικά επιχειρηματικά τους σχέδια. Προτείνει στην Τράπεζα της Ελλάδος να ενισχύσει τους εποπτικούς της πόρους, να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες διαφάνειας και να απαιτεί επικαιροποιημένα business plans από τις εταιρείες διαχείρισης.
Παράλληλα, το ΔΝΤ ζητάει από την κυβέρνηση να προχωρήσει στην εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων του Νόμου Κατσέλη και να θεσμοθετήσει ετήσια πιστοποιημένη έκθεση για την πορεία των τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής».
Συνολικά, η έκθεση περιγράφει μια σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση των επισφαλειών, αλλά υπογραμμίζει ότι η οριστική εκκαθάριση απαιτεί πιο ισχυρούς θεσμούς, καλύτερο εποπτικό πλαίσιο και γρήγορες λύσεις για τα προβλήματα των πλειστηριασμών και των πολεοδομικών εκκρεμοτήτων.

