Σοκ στη Δράμα από τη γυναικοκτονία που εκτυλίχθηκε το μεσημέρι της Δευτέρας 15 Ιουνίου 2026: μια 45χρονη γυναίκα βρέθηκε νεκρή μέσα στο σπίτι της, ημίγυμνη και αιμόφυρτη, ενώ ο σύζυγός της, σύμφωνα με τις αρχές, τη μαχαίρωσε θανάσιμα και στη συνέχεια αυτοκτόνησε.
Σύμφωνα με την εκπρόσωπο Τύπου της ΕΛΑΣ, Κωνσταντία Δημογλίδου, η άτυχη γυναίκα εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις της στο υπόγειο όπου βρισκόταν το υπνοδωμάτιό της. Διεκομίσθη στο νοσοκομείο της Δράμας “χωρίς σφυγμό και αναπνοή, φέροντας τουλάχιστον οκτώ τραύματα σε ζωτικά σημεία”.
Στο σπίτι εκείνη την ώρα βρισκόταν και ο ανήλικος γιος τους, ο οποίος φορούσε ακουστικά και δεν αντιλήφθηκε τις φωνές και τις εκκλήσεις της μητέρας του. Λίγη ώρα αργότερα ο ίδιος εντόπισε τη μητέρα του αιμόφυρτη και κάλεσε τις αρχές.
Το τραγικό τέλος και η επόμενη μέρα για τα παιδιά
Μετά τη δολοφονία, ο 50χρονος – όπως προκύπτει από τις μέχρι τώρα πληροφορίες – αυτοκτόνησε πυροβολώντας τον εαυτό του με το υπηρεσιακό του όπλο μέσα στο αυτοκίνητό του. Το τραγικό συμβάν άφησε πίσω δύο παιδιά: έναν 16χρονο και μια φοιτήτρια δεύτερου έτους στη Θεσσαλονίκη, που έχασαν και τους δύο γονείς τους μέσα σε λίγες ώρες.
Ψυχολόγοι της ΕΛΑΣ βρίσκονται στο πλευρό των παιδιών, προσπαθώντας να τα στηρίξουν ώστε να διαχειριστούν τη νέα πραγματικότητα. Παράλληλα αναμένεται να ξεκινήσουν οι διαδικασίες για την επιμέλεια του 16χρονου, καθώς παραμένει άγνωστο ποιος θα την αναλάβει. Πληροφορίες αναφέρουν ότι τα δύο αδέλφια έχουν κοντά τους υποστηρικτικό περιβάλλον και από τις δύο οικογένειες.
Οι συνθήκες και τα ερωτήματα γύρω από τον δράστη
Αρχικές πληροφορίες ανέφεραν ότι ο 50χρονος είχε περάσει από ψυχιατρική αξιολόγηση. Ωστόσο, η Κωνσταντία Δημογλίδου διευκρίνισε ότι είχε ζητήσει βοήθεια μόνο από ιδιώτη ειδικό για να διαχειριστεί τον χωρισμό του με τη σύζυγό του και δεν προκύπτει επίσημη γνωμάτευση από δημόσιες δομές.
Οι έρευνες των αρχών εστιάζουν, μεταξύ άλλων, στο αν ο δράστης λάμβανε κάποια φαρμακευτική αγωγή η οποία ενδέχεται να επηρέασε τη συμπεριφορά του, τόσο στην εργασία όσο και στην καθημερινότητά του. Οι ανακρίσεις συνεχίζονται προκειμένου να διακριβωθούν οι ακριβείς συνθήκες του εγκλήματος και της αυτοκτονίας.
Συνεργάτες και γείτονες περιγράφουν το ζευγάρι ως συνεπείς επαγγελματίες· και οι δύο ήταν αστυνομικοί και, όπως τονίστηκε από την ΕΛΑΣ, δεν είχαν απασχολήσει ποτέ την Αστυνομία ή άλλες υπηρεσίες με επίσημες καταγγελίες, παρά πληροφορίες για συχνούς καυγάδες που υπήρχαν στο περιβάλλον τους.

