Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε με σκληρό τρόπο τη δυσαρέσκειά του προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπένιαμιν Νετανιάχου, επισημαίνοντας ότι οι πρόσφατες κινήσεις του απείλησαν την ευαίσθητη διαδικασία διαπραγμάτευσης με το Ιράν και αναζωπύρωσαν διεθνείς εντάσεις.
Σε δηλώσεις προς τους New York Times, ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Νετανιάχου «δύσκολο άνθρωπο» και πρόσθεσε ότι θα έπρεπε «πολύ ευγνώμων» προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη συμφωνία που επιτεύχθηκε με την Τεχεράνη. Η κριτική του Αμερικανού προέδρου επικεντρώθηκε στις επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο την Κυριακή (14.06.2026), τις οποίες κατηγόρησε ότι «παραλίγο να εκτροχιάσουν τις τελικές διαπραγματεύσεις».
Ο Τραμπ δεν περιορίστηκε στις πολιτικές αιχμές: στην ίδια συνέντευξη υποστήριξε ότι οι στρατιωτικές πιέσεις ήταν καθοριστικός παράγοντας για την προσέλκυση της Τεχεράνης στο τραπέζι των συνομιλιών. Όπως τόνισε, οι πυραυλικές επιθέσεις και οι βομβαρδισμοί «ήταν ο βασικός παράγοντας που οδήγησε την Τεχεράνη στο τραπέζι της συμφωνίας».
Στο πλαίσιο αυτό επανέλαβε σε αυστηρό τόνο ότι, αν δεν υπάρξει οριστική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να «ξεκινήσουν εκ νέου στρατιωτικές επιχειρήσεις». Η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με τον ίδιο, παραμένει σε επιφυλακή για κάθε ενδεχόμενο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε επίσης: «Δεν ήθελαν ένα τρίτο χτύπημα. Τους ενδιαφέρει να επιβιώσουν», προσθέτοντας πως «οι επιθέσεις που πραγματοποιήσαμε είχαν τεράστια επίδραση στην επίτευξη αυτής της συμφωνίας».
Σκληρότερη ήταν και η προειδοποίησή του για τις συνέπειες που θα είχε ένα ιρανικό πυρηνικό οπλοστάσιο: «Αν το Ιράν διέθετε πυρηνικό όπλο, το Ισραήλ δεν θα υπήρχε ούτε για δύο ώρες», φέρεται να δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, υπογραμμίζοντας το υψηλό ρίσκο που, κατά την άποψή του, αντιπροσωπεύει η προοπτική αυτή για την περιοχή.
Οι δηλώσεις του Τραμπ αναμένεται να προκαλέσουν νέα συζήτηση τόσο σε διεθνές όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, καθώς θέτουν υπό αμφισβήτηση επιλογές συμμάχων και στρατηγικής στη Μέση Ανατολή, ενώ το Παρίσι, η Ρώμη και άλλες πρωτεύουσες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

