Οι διεθνείς αγορές ανταποκρίθηκαν άμεσα στην είδηση για την κατ’ αρχήν ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με άνοδο στους δείκτες, υποχώρηση του δολαρίου και σημαντική πτώση στις τιμές του πετρελαίου. Η εξέλιξη έδωσε ανακούφιση στις κεντρικές τράπεζες, που είχαν αρχίσει ήδη να συζητούν νέο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων ως απάντηση στις πληθωριστικές πιέσεις από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας — με την ΕΚΤ να έχει στείλει ήδη το σήμα για αυξήσεις την προηγούμενη εβδομάδα.
Το πετρέλαιο κατέγραψε «βουτιά» άνω του 4% μετά την ανακοίνωση του Πακιστανού Πρωθυπουργού Σεχμπάζ Σαρίφ για τη συμφωνία, την οποία επιβεβαίωσαν Ουάσινγκτον και Τεχεράνη. Το Brent υποχώρησε 4,37%, στα 83,50 δολάρια το βαρέλι, πολύ χαμηλότερα από τα 126,41 δολάρια του Μαΐου.
Σύμφωνα με το Reuters, το αμερικανικό αργό υποχώρησε κατά 4,9%, στα 80,73 δολάρια το βαρέλι, παραμένοντας πάντως πάνω από τα 67 δολάρια — το επίπεδο προ της έναρξης του πολέμου τον Φεβρουάριο.
Το Ιράν ανακοίνωσε ότι η κυκλοφορία μέσω των Στενών θα ρυθμίζεται από κοινού με το Ομάν, μια εξέλιξη που εγείρει ερωτήματα για τους κανόνες του ελεύθερου εμπορίου και πιθανές επιπτώσεις στη ναυτιλία.
«Η έλλειψη λεπτομερειών, ειδικά σχετικά με την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, αποτελεί ανησυχία, αλλά όχι κάτι που θα πρέπει να περιορίσει τις αγορές σήμερα καθώς η αύξηση της διάθεσης για ρίσκο εξελίσσεται», δήλωσε στο Reuters ο Σον Κάλοου, ανώτερος αναλυτής συναλλάγματος στην ITC Markets.
«Βλέπουμε τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου Brent να υποχωρούν στα 80 δολάρια μέχρι το τέλος του έτους, υποθέτοντας ότι το στενό δεν θα κλείσει ξανά», ανέφερε στο πρακτορείο ο Βίβεκ Νταρ, αναλυτής εξόρυξης και ενέργειας στην CBA, προσθέτοντας ότι η πρόβλεψη βασίζεται στην εκτίμηση πως οι εξαγωγές πετρελαίου και προϊόντων διύλισης θα επανεκκινήσουν γρήγορα μέσω των Στενών του Ορμούζ, παρά την αβεβαιότητα λόγω πιθανών ζημιών σε υποδομές.
Η προοπτική φθηνότερου πετρελαίου ωφέλησε καθαρούς εισαγωγείς ενέργειας: ο δείκτης Nikkei ενισχύθηκε 3%, η αγορά της Νότιας Κορέας σκαρφάλωσε 4,3% και ο ευρύτερος δείκτης μετοχών Ασίας-Ειρηνικού της MSCI εκτός Ιαπωνίας αυξήθηκε 1,5%.
Στην Ευρώπη, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης EUROSTOXX 50 και DAX ενισχύθηκαν 0,2%, ενώ το FTSE πρόσθεσε 0,3%. Στις ΗΠΑ, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης S&P 500 αυξήθηκαν 0,9% και του Nasdaq 1,5%, με γενικευμένη άνοδο στα περιουσιακά στοιχεία κινδύνου.
Αυτή την εβδομάδα συνεδριάζουν οι κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας, της Ελβετίας, της Σουηδίας, της Νορβηγίας και της Ρωσίας, με την Ιαπωνία να θεωρείται η πιο πιθανή να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια στο 3,50%-3,75% στην εναρκτήρια συνεδρίαση του προέδρου Κέβιν Γουόρς.
Η δήλωση, οι οικονομικές προβλέψεις και η συνέντευξη Τύπου της Fed θα περάσουν από αυστηρή ανάλυση για σημάδια αλλαγής στάσης απέναντι στους πληθωριστικούς κινδύνους. Οι επενδυτές έχουν μειώσει τις προσδοκίες για νέα αύξηση μέσα στο έτος: τα συμβόλαια Δεκεμβρίου ανέβηκαν κατά τέσσερις μονάδες και η πιθανότητα κίνησης ήδη από τον Οκτώβριο εκτιμάται στο 45%.
Τα αμερικανικά ομόλογα ενισχύθηκαν, καθώς η πτώση του πετρελαίου αναμένεται να περιορίσει τους πληθωριστικούς κινδύνους — οι αποδόσεις των διετών τίτλων υποχώρησαν κατά 6 μονάδες βάσης, στο 4,02%.
Η εξασθένηση των αποδόσεων και η καλύτερη όρεξη για ρίσκο οδήγησαν το δολάριο χαμηλότερα: το ευρώ ενισχύθηκε 0,4% στα 1,1608 δολάρια, το γεν κινήθηκε στα 159,90 και η στερλίνα ανέβηκε 0,3% στα 1,3446 δολάρια.
Η Τράπεζα της Αγγλίας αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια στο 3,75% την Πέμπτη, χωρίς προοπτική αυστηροποίησης της πολιτικής έως το 2026, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στην κατανομή ψήφων και στην επικείμενη έκθεση νομισματικής πολιτικής. Στις βρετανικές οικονομικές δημοσιεύσεις ξεχωρίζουν τα στοιχεία του Μάϊου για τον πληθωρισμό, οι λιανικές πωλήσεις και τα στοιχεία απασχόλησης του Απριλίου.
Στις αγορές εμπορευμάτων, η πτώση των αποδόσεων στήριξε τον χρυσό, ο οποίος αυξήθηκε κατά 1,9%, στα 4.300 δολάρια ανά ουγγιά.
Συνολικά, η υποχώρηση των τιμών ενέργειας αναπροσαρμόζει το σκηνικό των πληθωριστικών προσδοκιών και προσφέρει προσωρινά «ανάσα» στις κεντρικές τράπεζες, καθώς εισέρχονται σε μια κρίσιμη περίοδο αποφάσεων νομισματικής πολιτικής.

