Ανθεκτική παραμένει η αγορά κατοικίας παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις, με τις τιμές των διαμερισμάτων να συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, αλλά με μειωμένους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι τιμές σε επίπεδο χώρας κατέγραψαν αύξηση 5,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.
Η επιβράδυνση συγκριτικά με το 2025 και το 2024 (όπου οι ετήσιες αυξήσεις ήταν 8,1% και 9,1% αντίστοιχα) δεν αλλάζει την εικόνα της μακροχρόνιας ανόδου: την τελευταία δεκαετία οι τιμές των διαμερισμάτων έχουν αυξηθεί συνολικά κατά 86% και έχουν ξεπεράσει πλέον το ιστορικό υψηλό του 2008. Στην ανοδική τάση συμβάλλουν η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον και πρωτοβουλίες όπως το «Σπίτι μου 2».
Η ΤτΕ εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι η ταχύτερη άνοδος των τιμών σε σχέση με τα εισοδήματα δυσκολεύει την πρόσβαση σε κατοικία που να καλύπτει τις στεγαστικές ανάγκες και να είναι συμβατή με τις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών. Οι πιέσεις στην προσιτότητα γίνονται εμφανείς από τις προτιμήσεις των αγοραστών, που στρέφονται σε παλαιότερα ακίνητα ως πιο προσιτές επιλογές σε σχέση με τα νεόδμητα.
- Νέα διαμερίσματα (έως 5 ετών): μέση αύξηση τιμών 6,0% στο α΄ τρίμηνο του 2026 (από 7,7% το 2025 και 10,2% το 2024).
- Παλαιά διαμερίσματα: μέση αύξηση 5,5% στο α΄ τρίμηνο του 2026 (σε σχέση με 8,4% για το 2025).
- Γεωγραφικά, οι αυξήσεις κατανέμονται ως εξής: Αθήνα +5,2%, Θεσσαλονίκη +6,4%, άλλες μεγάλες πόλεις +5,4% και λοιπές περιοχές +6,9%.
- Για το σύνολο των αστικών περιοχών, οι τιμές αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 5,6% στο α΄ τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2025.
Η ελληνική αγορά κατοικίας αναπτύσσεται σταθερά από το 2018, τροφοδοτούμενη τόσο από εγχώρια όσο και από εξωτερική ζήτηση. Μετά την πτώση 42% που σημειώθηκε την περίοδο 2008–2017, την περίοδο 2018–2024 οι τιμές κατέγραψαν άνοδο 67,7% σε επίπεδο χώρας, ενώ στην Αθήνα η αύξηση έφτασε το 84,2%.
Η επιβάρυνση των νοικοκυριών για έξοδα στέγασης είναι έντονη: σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα δαπανούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 8,2%. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην πρώτη θέση στην Ε.Ε. ως προς τη στεγαστική επιβάρυνση, με το ποσοστό να φτάνει στο 29,1% στα μεγάλα αστικά κέντρα και στο 27,7% στις αγροτικές περιοχές.
Παράλληλα, τα κρατικά ταμεία βλέπουν αύξηση στα έσοδα από μεταβιβάσεις ακινήτων. Η ΑΑΔΕ καταγράφει για το πρώτο τρίμηνο έσοδα 149,37 εκατ. ευρώ από φόρο μεταβίβασης κτιρίων, οικοπέδων και αγροτεμαχίων, από 130,86 εκατ. ευρώ το α΄ τρίμηνο του 2025, σημειώνοντας άνοδο 14,1%. Οι αγοραπωλησίες οικοδομών παρέμειναν η βασική πηγή εσόδων, με τον φόρο που βεβαιώθηκε να ανέρχεται σε 125,53 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 14,3%.
Η αγορά δείχνει ότι συνεχίζει την ανοδική της πορεία, αλλά το μείγμα επιβράδυνσης των ρυθμών, προβλημάτων προσβασιμότητας και αυξημένης φοροεισπρακτικής δραστηριότητας δημιουργεί ένα σκηνικό στο οποίο οι πολιτικές στεγαστικής πολιτικής και οι κινήσεις των επενδυτών θα καθορίσουν την επόμενη φάση της αγοράς.

