Η κατοικία στην Ελλάδα έχει γίνει προνόμιο για λίγους: μέσα στην τελευταία δεκαετία οι τιμές στην αγορά ακινήτων εκτινάχθηκαν έως και 85%, μετατρέποντας το όνειρο της ιδιοκατοίκησης σε απρόσιτο στόχο για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά.
Παράδειγμα της νέας πραγματικότητας αποτελεί ο Βύρωνας, όπου ένα διαμέρισμα 93 τ.μ. στον 4ο όροφο, χωρίς ανακαίνιση και χωρίς πάρκινγκ, τιμολογείται στα 230.000 ευρώ — περίπου 2.500 ευρώ ανά τετραγωνικό. Σε πιο καινούργια ακίνητα ή σε ακριβότερες ζώνες, οι ζητούμενες τιμές ξεκινούν από 3.000 ευρώ/τ.μ. και μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τα 5.000 ευρώ/τ.μ. Με αποτέλεσμα πολλοί νέοι, ακόμη και πέρα από τα 30, να συνεχίζουν να ζουν στο πατρικό τους, αδυνατώντας να αποκτήσουν δική τους στέγη.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν το πρόβλημα: το 55% των ακινήτων που προσφέρονται προς πώληση κοστίζει πάνω από 200.000 ευρώ — ένα ποσό απαγορευτικό για τη μεγάλη πλειονότητα, καθώς οι μισθοί μόλις καλύπτουν τα βασικά. Επιπλέον, περίπου ένα στα τρία ακίνητα που διατίθενται αφορά κατοικίες άνω των 120 τ.μ., ενώ η πραγματική ζήτηση επικεντρώνεται σαφώς στα μικρότερα διαμερίσματα. Στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη μόλις το 30% των διαθέσιμων κατοικιών προς ενοικίαση είναι κάτω των 60 τ.μ., όταν σε άλλες περιοχές το ποσοστό αυτό φτάνει το 55%.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αναδεικνύει ότι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ζήτημα έλλειψης αποθέματος κατοικιών, αλλά και προβλήματος στην κατανομή του υπάρχοντος. Η δυσανάλογη κατανομή οδηγεί σε σοβαρές ανισότητες πρόσβασης, και το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι πολιτικές αντιμετώπισης πρέπει να στηριχθούν σε τεκμηριωμένα δεδομένα για να είναι αποτελεσματικές.
Η άνοδος των ζητούμενων τιμών συνοδεύεται από αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά 47%, ωστόσο αυτή η αύξηση δεν φτάνει για να καλύψει το εκτινασσόμενο κόστος στέγης. Μέχρι το 2025 το διάμεσο στεγαστικό κόστος αναμένεται να υπερβεί το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος, με σχεδόν δύο στα πέντε νοικοκυριά να δαπανούν πάνω από το 40% των αποδοχών τους για τη στέγη.
Το αποτέλεσμα είναι κοινωνικά και δημοσιονομικά εκρηκτικό: αυξανόμενη οικονομική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, καθυστέρηση στην ανεξαρτητοποίηση των νέων και διεύρυνση των ανισοτήτων. Ειδικοί και το ΔΝΤ συμφωνούν ότι απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές—αύξηση προσφοράς με προτεραιότητα στα μικρότερα και φθηνότερα διαμερίσματα, μέτρα για τη στήριξη εισοδημάτων και φορολογικά/ρυθμιστικά εργαλεία—οι οποίες θα αποφευχθούν τη συρρίκνωση της πρόσβασης στη στέγη.

