Η νέα έξαρση του ιού Έμπολα που πλήττει τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχει σημάνει διεθνή συναγερμό: με ποσοστά θνησιμότητας που φτάνουν ακόμα και το 50% και τον αριθμό επιβεβαιωμένων και ύποπτων περιστατικών να έχει ξεπεράσει τα 1.000, η κατάσταση εξελίσσεται ταχύτατα και ξεπερνά τις δυνατότητες του τοπικού συστήματος υγείας. «Τις προηγούμενες 16 φορές, αυτή η χώρα κατάφερε και νίκησε τον Εμπολα. Το ίδιο θα συμβεί και τη 17η φορά. Οφείλουμε, όμως, να δράσουμε άμεσα και να είμαστε ενωμένοι». Αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλε, μέσω του λογαριασμού του στο Χ, ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Τέντρος Αντχάνομ Γκεμπρεγέσους, ο οποίος μετέβη επειγόντως χθες στη ΛΔ του Κονγκό.
Ο ΠΟΥ έχει χαρακτηρίσει εξαιρετικά υψηλό τον κίνδυνο για όλες τις γειτονικές χώρες, καθώς έχουν ήδη αναφερθεί και τα πρώτα κρούσματα στη γειτονική Ουγκάντα. Για τον λόγο αυτόν, ο Οργανισμός προανήγγειλε τη δραστική ενίσχυση των υπηρεσιών με υλικοτεχνική υποδομή, ώστε τα κρούσματα να διαγιγνώσκονται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και να περιορίζεται η διάδοση του ιού.
Στις ΗΠΑ
Η έκταση του επεισοδίου στην Αφρική προκαλεί επιπλέον ανησυχία σε χώρες πέρα από την ήπειρο: οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό έχουν αυξήσει το επίπεδο ετοιμότητας, ενόψει μάλιστα του Παγκόσμιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου που ξεκινά σε δύο εβδομάδες. Οι δύο αυτές χώρες —μαζί με τον Καναδά— θα φιλοξενήσουν αγώνες της εθνικής ομάδας του Κονγκό στις 17 Ιουνίου στο Χιούστον, στις 23 Ιουνίου στη Ζαπόπαν και στις 27 Ιουνίου στην Ατλάντα, καθώς και τους φιλάθλους που θα τη συνοδεύσουν.
Σε αυστηρή γραμμή, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τόνισε: «Δεν μπορούμε και δεν πρόκειται να επιτρέψουμε την είσοδο στις ΗΠΑ κανενός κρούσματος Εμπολα», κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ. Η στάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πιο ανοιχτή προσέγγιση του 2014, όταν η Ουάσιγκτον είχε δεχθεί να περιθάλψει ασθενείς σε 13 εξειδικευμένες μονάδες σε αμερικανικό έδαφος.
Στο πλαίσιο προετοιμασίας, οι τρεις διοργανώτριες χώρες εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση συντονισμού δράσεων, ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ συμφώνησε με την Κένυα για την κατασκευή ειδικά διαμορφωμένης εγκατάστασης στην οποία θα μεταφέρονται Αμερικανοί πολίτες που διαπιστώνεται ότι είναι φορείς του Έμπολα, προκειμένου να τεθούν σε καραντίνα. Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη εβδομάδα ένας πολίτης των ΗΠΑ διαγνώστηκε θετικός και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της Γερμανίας, μαζί με πέντε ακόμη που είχαν εκτεθεί και θεωρήθηκαν ύποπτοι.
Πρόληψη
Στην πλευρά των μέτρων, τα Κέντρα Πρόληψης και Αντιμετώπισης Νοσημάτων (CDC) επέβαλαν περιορισμούς διάρκειας ενός μήνα στα ταξίδια όσων έχουν βρεθεί στο Κονγκό, την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν τις προηγούμενες 21 μέρες. Ο Καναδάς ανακοίνωσε απαγόρευση εισόδου 90 ημερών για την ίδια κατηγορία, ενώ το Μεξικό έχει προαναγγείλει καραντίνα 21 ημερών.
Τα ευρωπαϊκά ECDC εκτιμούν ότι ο κίνδυνος για τους κατοίκους της Ευρώπης παραμένει πολύ χαμηλός, αλλά παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και δηλώνουν ετοιμότητα για άμεση ανάληψη δράσης, δεδομένης και της καθυστερημένης ταυτοποίησης της επιδημίας, που εγείρει αμφιβολίες για τον πραγματικό αριθμό και τη γεωγραφική εξάπλωση των κρουσμάτων.
Τι λένε οι ειδικοί: Ιδιαίτερα χαμηλός ο κίνδυνος εισαγωγής κρούσματος στην Ελλάδα
Οι ειδικοί στην Ελλάδα εμφανίζονται συγκρατημένα καθησυχαστικοί. Από το 1976, όταν ταυτοποιήθηκε ο ιός, δεν έχει καταγραφεί ούτε ένα περιστατικό στη χώρα μας, ενώ ο κίνδυνος εισαγωγής κρούσματος θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλός. Η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, υπενθυμίζει ότι κατά την επιδημία του 2014 η Ελλάδα παρέμεινε ανεπηρέαστη.
Η επιδημία του 2014 διήρκεσε περίπου δύο χρόνια και στοίχισε τη ζωή σε περίπου 11.000 ανθρώπους σε Γουινέα, Λιβερία και Σιέρα Λεόνε. Παρ’ όλα αυτά, στην Ευρώπη καταγράφηκαν ελάχιστα περιστατικά, κάποια από τα οποία αφορούσαν επαναπατρισμένους υγειονομικούς που έλαβαν εξειδικευμένη περίθαλψη.
Η Θ. Ψαλτοπούλου εξηγεί τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά του ιού: «Ο ιός Εμπολα μεταδίδεται με στενή επαφή – όταν σωματικά υγρά μολυσμένου ατόμου έρθουν σε επαφή με βλεννογόνους όπως τα μάτια, η μύτη, το στόμα – και όχι αερογενώς όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τον κορωνοϊό. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ακόμη κι αν ένα μολυσμένο άτομο βρισκόταν σε κλειστό χώρο, δεν θα μπορούσε να μεταδώσει τον ιό χωρίς να έχει προηγηθεί στενή επαφή».
Προσθέτει επίσης ότι «Στην περίπτωση του ιού Εμπολα, πρέπει πρώτα να εμφανιστούν τα συμπτώματα ώστε κάποιος να είναι μεταδοτικός. Αντιθέτως, στην περίπτωση του SARS-COV-2 διαπιστώθηκε, ήδη από τους πρώτους μήνες εκείνης της πανδημίας, ότι μετέδιδαν τον ιό ακόμη και ασυμπτωματικοί ασθενείς». Και συμπληρώνει: «Παράλληλα και όπως προβλέπει το εξίσου αυστηρό πρωτόκολλο που ισχύει στη χώρα μας, θα ακολουθούσε ιχνηλάτηση, ώστε να περιοριστεί κάθε πιθανότητα μετάδοσης».
Ωστόσο, ένα κρίσιμο πρόβλημα παραμένει: η τρέχουσα επιδημία στη ΛΔ του Κονγκό αποδίδεται στον ιό Bundibugyo και προς το παρόν δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ή ειδική θεραπεία για τη νόσο που προκαλεί. Το ECDC επισημαίνει ότι στην Ευρώπη έχει εγκριθεί μόνον ένα εμβόλιο κατά της νόσου του Έμπολα που προκαλείται από τον ιό Έμπολα Ζαΐρ, αλλά «δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι θα παρείχε προστασία έναντι του ιού Bundibugyo».
Συνεπώς, η αντιμετώπιση στηρίζει τους ασθενείς κυρίως σε υποστηρικτική ιατρική φροντίδα —ενυδάτωση, συμπτωματική αγωγή και διαχείριση επιπλοκών— ενώ οι διεθνείς οργανισμοί εντείνουν τις προσπάθειες για έγκαιρη διάγνωση, ιχνηλάτηση και περιορισμό της εξάπλωσης.

