Η πρόσφατη γαλλική νομοθετική παρέμβαση της 7ης Μαΐου φέρνει στο προσκήνιο την πιθανότητα επιστροφής στην Αθήνα θραυσμάτων του Παρθενώνα που φυλάσσονται στο Μουσείο του Λούβρου, σύμφωνα με άρθρο της δικηγόρου και ερευνήτριας στο CNRS, Κατερίνας Τιτή, που δημοσιεύθηκε στη Le Monde.
Η ερμηνεία του νέου νόμου, όπως εξηγεί η Κατερίνα Τιτή, δεν είναι αυτονόητη: «Η οριστική υιοθέτηση από το Γαλλικό Κοινοβούλιο του νέου νόμου για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών χαρακτηρίστηκε ιστορική και πιθανότητα είναι», αναφέρει η Ελληνίδα ερευνήτρια, επισημαίνοντας ωστόσο ότι εισάγει σημαντικούς περιορισμούς στην εφαρμογή του.
Κεντρικό στοιχείο του νομοθετήματος είναι το χρονολογικό όριο του 1815: μόνο οι παράνομες αποκτήσεις μετά από αυτή την ημερομηνία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής. Παράλληλα, προβλέπονται εξαιρέσεις για αρχαιολογικά ευρήματα που αποκτήθηκαν μέσω συμφωνιών διαμοιρασμού ευρημάτων ή ανταλλαγών για επιστημονικούς σκοπούς.
Το Λούβρο διαθέτει μεγάλο αριθμό ελληνικών αρχαιοτήτων και ανάμεσά τους αρκετά θραύσματα του Παρθενώνα, κάποια επιβεβαιωμένα και κάποια πιθανολογούμενα. Δύο από αυτά «ανακαλύφθηκαν» το 1788 και το 1789 από τον Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάο Φοβέλ, ζωγράφο, διπλωμάτη και αρχαιολόγο που τότε εργαζόταν για τον πρέσβη της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Φοβέλ είχε λάβει σαφείς οδηγίες από τον εργοδότη του: «Πάρτε ό,τι μπορείτε, χρησιμοποιήστε κάθε δυνατό τρόπο, αγαπητέ μου, για να λεηλατήσετε στην Αθήνα και στην επικράτειά της οτιδήποτε μπορεί να λεηλατηθεί (…). Μη λυπηθείτε ούτε τους νεκρούς ούτε τους ζωντανούς».
Όταν τα θραύσματα έφτασαν στη Γαλλία, το πρώτο, γνωστό ως η πλάκα με τις Εργαστίνες, κατασχέθηκε από τους επαναστάτες το 1792 και εντάχθηκε στη δημόσια περιουσία πριν από το 1815. Το δεύτερο, μια μετόπη που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία λαπιθίδα, αποκτήθηκε από το Λούβρο το 1818 μέσω δημοπρασίας και, σύμφωνα με την ερευνήτρια, θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Άλλα θραύσματα αποκτήθηκαν σε μεταγενέστερες ημερομηνίες — μια κεφαλή πωλήθηκε το 1880, άλλη το 1927 και ένα ακόμη κομμάτι δωρήθηκε το 1916.
Η νομική ερμηνεία εγείρει κρίσιμα ερωτήματα. Όπως επισημαίνει η ερευνήτρια: «Ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως παράνομη μόνο την απόκτηση ενός αντικειμένου μέσω κλοπής ή λεηλασίας, αλλά και εκείνη από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα διάθεσής του». Και προσθέτει: «Μπορεί ο κάτοχος ενός παράνομου αντικειμένου να το διαθέσει; Πρέπει να υποτεθεί πως όχι. Άρα, η καθοριστική ημερομηνία θα ήταν εκείνη της ένταξης του θραύσματος στη δημόσια περιουσία».
Στην περίπτωση της πλάκας με τις Εργαστίνες, που δεν εμπίπτει στο χρονικό πεδίο του νόμου, η επιστροφή θα μπορούσε να προχωρήσει μόνο με ειδική νομοθετική ρύθμιση για κάθε περίπτωση. «Η διαδικασία δεν είναι αυτόματη», υπογραμμίζει η Κατερίνα Τιτή, υπενθυμίζοντας ότι για το Λούβρο και τα υπόλοιπα εθνικά μουσεία απαιτείται η έγκρισή τους ώστε ένα αντικείμενο να εξέλθει από τις συλλογές τους.
Η ερευνήτρια τονίζει ακόμη την ανάγκη για εις βάθος και τεκμηριωμένη μελέτη της προέλευσης κάθε θραύσματος πριν διατυπωθεί κάποια κρίση, εφόσον η Ελλάδα αποφασίσει να τα διεκδικήσει. Παρά τις νομικές αβεβαιότητες, εκτιμά ότι η πολιτική βούληση για αλλαγή είναι πλέον ορατή.
Ο νέος γαλλικός νόμος εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο σύγχρονων πολιτικών επιστροφής πολιτιστικών αγαθών — υπενθυμίζεται χαρακτηριστικά το παράδειγμα της Ολλανδίας το 2020. «Η Γαλλία, που διατηρεί στενούς διπλωματικούς δεσμούς με την Ελλάδα, θα μπορούσε όπως υπογραμμίζει η ερευνήτρια να επιλέξει μια επιστροφή των θραυσμάτων του Παρθενώνα ακόμη και πέρα από το αυστηρό νομικό πλαίσιο, ακολουθώντας τα παραδείγματα του Βατικανού, της Ιταλίας και του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης».
«Σε κάθε περίπτωση», καταλήγει, «είναι απολύτως αναγκαίο να εξετάζεται με κριτικό τρόπο η προέλευση των έργων στις δημόσιες συλλογές, είτε πρόκειται για αποικιακά είτε για αρχαιολογικά αντικείμενα».

