Η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβληθούν στο Ιράν δεν είναι μόνο ζήτημα στρατιωτικής ισχύος ή οικονομικών κυρώσεων· αποκαλύπτει μια βαθύτερη στρατηγική και ψυχολογική αντίφαση. Όπως επισημαίνει ο Φαρίντ Ζακάρια στη Washington Post, η κατάσταση μοιάζει με θεωρία παιγνίων: δύο οδηγοί που κινούνται κατά πρόσωπο και περιμένουν ποιος θα στρίψει πρώτος για να αποφύγουν τη μετωπική σύγκρουση.
Στο παιχνίδι αυτό το κρίσιμο στοιχείο είναι το μέγεθος του ρίσκου. Όταν για τη μία πλευρά το διακύβευμα είναι υπαρξιακό και για την άλλη σαφώς μικρότερο, επικρατεί συνήθως εκείνη που έχει να χάσει τα περισσότερα. Για το ιρανικό καθεστώς, μια ήττα θα μπορούσε να σημαίνει ανατροπή και καταστολή· για τον Ντόναλντ Τραμπ, ενδέχεται να σημαίνει απλώς ένα κακό Σαββατοκύριακο στο Mar-a-Lago. Αυτή η ασυμμετρία εξηγεί γιατί οι Ιρανοί φαίνονται πιο διατεθειμένοι να «κλειδώσουν το τιμόνι» σε αυτό το παιχνίδι σύγκρουσης.
Πέρα από το τρέχον επεισόδιο, η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τεχεράνη κουβαλάει μια διαχρονική αντίφαση. Από την εγκαθίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η Ουάσινγκτον κινείται μεταξύ δύο στόχων: της επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων —όπως το πυρηνικό πρόγραμμα ή η απελευθέρωση ομήρων— και της επιδίωξης της ανατροπής του ίδιου του καθεστώτος.
Αυτή η αντιφατική βάση της πολιτικής έχει ιστορικά δείγματα. Ακόμη και ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν, σημειώνει ο Ζακάρια, «είχε διαπραγματευθεί μυστικά με τους Ιρανούς μουλάδες, ενώ δημόσια τους κατηγορούσε». Η διπλή προσέγγιση —δημόσια ρητορική πίεση και ιδιωτικές συμφωνίες— επιστρέφει συνεχώς στο προσκήνιο.
Το πρόβλημα της νομιμοποίησης είναι επίσης κεντρικό: η διαπραγμάτευση αναγνωρίζει τον διάδικο ως θεσμικό συνομιλητή και αυτό προκαλεί δυσφορία σε τμήματα της αμερικανικής ελίτ που θεωρούν την Ισλαμική Δημοκρατία παράνομη. Η ίδια ένταση είχε εμφανιστεί και στη σχέση με τη Σοβιετική Ένωση, όταν η πολιτική διαπραγμάτευσης του Χένρι Κίσινγκερ δέχθηκε κατηγορίες ότι ενίσχυε το κύρος μιας «αυτοκρατορίας του κακού».
Στη σύγχρονη ιστορία του Ιράν, η συμφωνία Ομπάμα (το πυρηνικό πλαίσιο) αποτέλεσε προσπάθεια περιορισμού ενός συγκεκριμένου κινδύνου και, κατά τον Ζακάρια, πέτυχε τον στόχο της. Όμως η αποχώρηση των ΗΠΑ από αυτήν υπό τον Τραμπ περιόρισε τον μετριοπαθή όγκο στο εσωτερικό της Τεχεράνης και ενίσχυσε τους σκληροπυρηνικούς, οι οποίοι επιτάχυναν το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου — γεγονός που έφερε ξανά τον Αμερικανό πρόεδρο μπροστά στο ίδιο δίλημμα: συμφωνία ή σκληρή στάση;
Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις που αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτό το δίλημμα. Μία ανάρτηση στα social media απειλεί να «καταστρέψει τον ιρανικό πολιτισμό», ενώ την ίδια ημέρα μια άλλη κάνει λόγο για πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη. Ξεκινά συνομιλίες και δηλώνει αισιοδοξία για συμφωνία, ενώ παράλληλα εξαπολύει επιθέσεις και καλεί τους Ιρανούς να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους.
Το μεγαλύτερο έπαθλο για την Τεχεράνη δεν είναι υλικό· είναι πολιτικό: η πλήρης αποδοχή και νομιμοποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας στην παγκόσμια σφαίρα. Αν στον βωμό μιας συμφωνίας οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχωρήσουν αυτή την αναγνώριση, θα δώσουν στην Τεχεράνη μια νίκη ανεκτίμητης αξίας — και αυτός είναι ο λόγος που η διαπραγματευτική ισορροπία παραμένει τόσο επισφαλής.

