Το παράδειγμα του Χένρι Ντέιβιντ Θόρω δείχνει πόσο καθοριστική μπορεί να είναι η μικρή, προσωπική άρνηση για να γεννηθούν ιδέες με ευρύτερη απήχηση. Το καλοκαιρινό απόγευμα του 1846, ο Θόρω έφυγε από την καλύβα του κοντά στη λίμνη Γουόλντεν για να παραλάβει ένα παπούτσι και τον σταμάτησε ένας φοροεισπράκτορας. Ο Θόρω, που αντιτασσόταν στη δουλεία και στον πόλεμο κατά του Μεξικού, αρνήθηκε να πληρώσει τον φόρο τεσσάρων ετών· τον έβαλαν στη φυλακή, οι φίλοι του πλήρωσαν και τον απελευθέρωσαν. Εκείνο το σύντομο διάστημα στο κελί του δεύτερου ορόφου έγινε η αφετηρία για το βιβλίο που επηρέασε αργότερα ανθρώπους όπως ο Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Αρχικά το κείμενο είχε τον τίτλο «Αντίσταση στην πολιτική κυβέρνηση» και μετέπειτα έγινε γνωστό ως «Πολιτική ανυπακοή». Όπως επισημαίνει ο δημοσιογράφος του Atlantic Γκαλ Μπέκερμαν στο νέο του βιβλίο «Πώς να είσαι διαφωνών», αν η ανθρώπινη ιστορία δεν είχε διαφωνούντες, θα ήταν ένας καταθλιπτικός κατάλογος υποτέλειας και αδράνειας. Ο Θόρω μετέτρεψε την προσωπική του στάση σε θεωρία και σε πρακτικό οδηγό για όσους ήθελαν να αποφύγουν τη συνενοχή με την αδικία.
Ο ίδιος ο Θόρω έθεσε σαφείς ηθικούς περιορισμούς: δεν υπήρχε για αυτόν δικαίωμα να καταπατά την ελευθερία των άλλων. «Η μόνη υποχρέωση που δικαιούμαι να αναλάβω είναι να κάνω ανά πάσα στιγμή αυτό που θεωρώ σωστό», έγραφε. Την ίδια στιγμή, έψαχνε τρόπους να συμμορφώνεται προς τους νόμους, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί αναγνωρίζουν το άτομο ως «ανώτερη και ανεξάρτητη δύναμη», από την οποία απορρέουν η ισχύς και το κύρος του κράτους. Αν επιδιώκεις έναν καλύτερο κόσμο, επιχειρηματολογούσε, συμπεριφέρσου σαν να ζεις ήδη σε αυτόν.
Όταν ο φοροεισπράκτορας πρότεινε να πληρώσει εκείνος τον φόρο για χάρη του, ο Θόρω αρνήθηκε. Στην ερώτηση τι θα έπρεπε να κάνει ο ίδιος, απάντησε να παραιτηθεί: «Οταν το άτομο αρνείται να υποταχθεί, και ο αξιωματικός παραιτείται από τη θέση του, η επανάσταση ολοκληρώνεται». Η ιδέα είναι απλή και ριζική: το σύστημα είναι κατασκευασμένο από άτομα και η διάταξή του μπορεί να αλλάξει όταν τα άτομα παύσουν να λειτουργούν ως συνεργοί.
Σε άλλη γεωγραφική και ιστορική συγκυρία, οι σοβιετικοί διαφωνούντες ανέπτυξαν μια διαφορετική αλλά συναφή λογική. Ο ιστορικός Μπένζαμιν Νέιθανς χαρακτήρισε πρόσφατα τη στάση ορισμένων από αυτούς «ριζική πολιτική υπακοή»: επικαλούνταν νόμους, ακόμη και νόμους ψηφισμένους επί Στάλιν, που θεσπίζουν δικαιώματα όπως του συνέρχεσθαι ή της δίκαιης δίκης, και απαιτούσαν την εφαρμογή τους στην πράξη. Με αυτόν τον τρόπο στρεφόταν η ρητορική της εξουσίας εναντίον της ίδιας της εξουσίας.
Ο Αλεξάντερ Εσένιν-Βόλπιν, ένας από τους σοβιετικούς διαφωνούντες, εξηγούσε με άλλη διατύπωση την ίδια δυναμική: «Αν το κάνει ένας, θα γίνει μάρτυρας. Αν το κάνουν δύο, θα χαρακτηριστούν εχθρική οργάνωση. Αν το κάνουν χιλιάδες, θα χαρακτηριστούν εχθρικό κίνημα. Αν το κάνουν όλοι, το κράτος θα αναγκαστεί να γίνει λιγότερο καταπιεστικό».
Η σχέση του Θόρω με την πράξη και τη θεωρία δεν περιορίζεται στο πολιτικό κείμενο· εκφράζεται επίσης στον τρόπο ζωής που περιγράφει στο «Γουόλντεν» (1854). Σε μια καλύβα δίπλα στη λίμνη ο Θόρω προσπάθησε να ζήσει μια «αυθεντική ζωή»: καλλιεργούσε τα δικά του φασόλια, απέφευγε τις αγορές όσο μπορούσε και επιχειρούσε να διαμορφώσει μια καθημερινότητα σύμφωνα με τις αρχές του. Όπως παρατηρεί η βιογράφος του Λόρα μΝτάσοου Γουόλς, δεν ήταν ερημίτης· ζούσε με τρόπο που ήταν ορατός και στους περαστικούς, προσπαθώντας να μεταδώσει την αγάπη του για τη φύση και την ηθική αυθεντικότητα και στους άλλους.
XΕΝΝΡΙ ΝΤΈΙΒΙΝΤ ΘΌΡΩ (1817-1862)

