Η Μεσόγειος δεν είναι απλώς μια θάλασσα ανάμεσα σε ηπείρους· είναι ένας ευαίσθητος δείκτης της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης και το σπίτι περίπου 500 εκατομμυρίων ανθρώπων από 22 χώρες. Η περιοχή θερμαίνεται με ρυθμό κατά 20% ταχύτερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, γεγονός που έχει σοβαρές συνέπειες για το κλίμα, την οικονομία και την πολιτιστική κληρονομιά των παράκτιων περιοχών.
Τις τελευταίες δεκαετίες καταγράφονται ήδη εμφανείς αλλαγές: η θερμοκρασία της θάλασσας ανεβαίνει με ανησυχητικούς ρυθμούς και η στάθμη του υδάτινου όγκου αυξάνεται. Στην Ανατολική Μεσόγειο η στάθμη έχει ανέβει κατά περίπου 15 εκατοστά από τις αρχές του 20ού αιώνα, με την Ελλάδα, την Ιταλία και την Τουρκία να βρίσκονται στις πρώτες θέσεις ευπάθειας. Η διατάραξη της θαλάσσιας ζωής, η υποβάθμιση της παράκτιας οικονομικής δραστηριότητας και ο κίνδυνος απώλειας μνημείων που βρίσκονται στην ακτή γίνονται όλο και πιο ορατοί.
Ο Σταύρος Ντάφης, φυσικός – μετεωρολόγος, επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και συνιδρυτής του επιστημονικού κόμβου πληροφόρησης Climatebook, επισημαίνει: «η στάθμη της Μεσογείου στην περιοχή της Ελλάδας έχει ανέβει κατά 13 εκατοστά από το 1990».
Για την αιτία του φαινομένου ο ίδιος εξηγεί: «η αύξηση οφείλεται στην κλιματική αλλαγή, η οποία προκαλεί θερμική διαστολή των ωκεανών και τήξη των παγετώνων. Αυτά τα επιπλέον εκατοστά, όταν προστίθενται σε ένα ακραίο καιρικό γεγονός με χαμηλή πίεση και ισχυρούς ανέμους ή σε κάποια αστρονομικά φαινόμενα, αυξάνουν την πιθανότητα και την έκταση της υπερχείλισης της θάλασσας, όπως συνέβη τον περασμένο Φεβρουάριο σε περιοχές της Ελλάδας. Κάθε εκατοστό ανόδου της θαλάσσιας στάθμης προσθέτει ένα ακόμη πρόβλημα».
Τα επιστημονικά σενάρια για το μέλλον είναι δυσοίωνα: προβλέπεται ότι η στάθμη της Μεσογείου μπορεί να ανέβει έως και κατά 20 εκατοστά ως το 2050 και έως 57 εκατοστά ως το 2100. «Οσον αφορά την Ελλάδα», εξηγεί ο Σταύρος Ντάφης, «στην περίπτωση που το 2100 έχουμε μια υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 3° C (σ.σ.: αυτό δηλαδή που προβλέπεται αν συνεχιστεί η υφιστάμενη κατάσταση), εκτιμάται ότι η άνοδος της στάθμης θα κινηθεί στα 50 με 70 εκατοστά»…
Μια πρόσφατη έκθεση της ομάδας ειδικών MedECC προειδοποιεί ότι, εάν δεν υπάρξει άμεση και συντονισμένη δράση, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας μπορεί να οδηγήσει σε έως και 20 εκατομμύρια κλιματικούς πρόσφυγες μέχρι το 2100. Παράλληλα, κρίσιμες υποδομές —όπως δίκτυα μεταφορών— και σημαντικά πολιτιστικά μνημεία θα αντιμετωπίσουν αυξανόμενο κίνδυνο πλημμυρών και μη αναστρέψιμων βλαβών.
Σχετικά με τις φυσικές διεργασίες της Μεσογείου, το Διεθνές Ιδρυμα για τους Πόλους επισημαίνει: «το θερμό κλίμα της Μεσογείου αποτελεί ιδανική συνθήκη για μεγάλο ποσοστό εξάτμισης των νερών της. Η Μεσόγειος χάνει με αυτόν τον τρόπο σχεδόν ένα μέτρο νερού κάθε χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι “αδειάζει”, καθώς το νερό της αναπληρώνεται με τρεις τρόπους: μια μικρή ποσότητα προέρχεται από τα ποτάμια και τις βροχές, μια πολύ μικρή ποσότητα από τη Μαύρη Θάλασσα και το μεγαλύτερο μέρος από τον Ατλαντικό Ωκεανό, μέσω του Πορθμού του Γιβραλτάρ – περίπου 35.000 km3 ετησίως».
Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας συνοδεύεται από θαλάσσιους καύσωνες και ρεκόρ θερμοκρασιών: τον Αύγουστο του 2024 καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ με μέση θερμοκρασία της Μεσογείου 28,15 βαθμούς Κελσίου. Ο Σταύρος Ντάφης σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις δείχνουν πως φέτος η κατάσταση δεν θα είναι καλύτερη από τα τελευταία χρόνια. Το πρόβλημα είναι πολύ έντονο στις ρηχές περιοχές της Μεσογείου, όπως ο Θερμαϊκός Κόλπος, όπου η θερμοκρασία των υδάτων μπορεί να ξεπεράσει και τους 30 βαθμούς Κελσίου. Καθώς προκαλούμε το φαινόμενο του θερμοκηπίου, ανεβαίνει η θερμοκρασία του αέρα και η επιφάνεια της θάλασσας που έρχεται σε επαφή με τον αέρα θερμαίνεται επίσης. Τα καλοκαίρια, ύστερα από ισχυρά επεισόδια καύσωνα του αέρα, ακολουθούν καύσωνες θάλασσας, οι οποίοι έχουν πάντα μεγαλύτερη διάρκεια».
Οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη δραστηριότητα και στη βιοποικιλότητα είναι ήδη ορατές: στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί καταστροφές στις μυδοκαλλιέργειες εξαιτίας υψηλών θερμοκρασιών, εντυπωσιακή αύξηση μεδουσών και σημαντική μείωση ιχθυοαποθεμάτων. Διεθνείς μελέτες προειδοποιούν ότι με μόλις 0,8° C επιπλέον θέρμανση της Μεσογείου ως το 2100 οι πληθυσμοί των ψαριών ενδέχεται να μειωθούν κατά 30%–40%, η αναπαραγωγή της θαλάσσιας χελώνας να υποστεί μεταβολές, λιβάδια θαλάσσιας βλάστησης όπως η ποσειδωνία να απειληθούν, ενώ χωροκατακτητικά φύκια και ξενικά είδη ψαριών μπορεί να κυριαρχήσουν.
Η εικόνα που προκύπτει καθιστά σαφή την ανάγκη για άμεσες πολιτικές και τοπικές παρεμβάσεις προσαρμογής και μετριασμού. Η προστασία των παραθαλάσσιων κοινοτήτων, των υποδομών και της πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτεί σχέδιο, χρηματοδότηση και διεθνή συνεργασία, πριν οι αλλαγές γίνουν μη αναστρέψιμες.

