Στο επίκεντρο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών (22–25 Απριλίου) αναδείχθηκε ο κρίσιμος ρόλος της βιομηχανίας ως κινητήριας δύναμης για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, σε μία περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και ενεργειακών προκλήσεων.
Οι επενδύσεις στη βιομηχανία ξεπερνούν τα 45 δισ. ευρώ την τελευταία πενταετία και αφορούν σε μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς υψηλού ρίσκου, που συνοδεύονται από βαθύ τεχνολογικό μετασχηματισμό και ενίσχυση της παραγωγικότητας, όπως σημείωσε η Ράνια Αικατερινάρη, Πρόεδρος Εκτελεστικής Επιτροπής και Αντιπρόεδρος του ΣΕΒ. Οι βιομηχανικές εξαγωγές, που διαμορφώνονται στα 45 δισ. ευρώ, έχουν πλέον ξεπεράσει τις τουριστικές εισπράξεις, οι οποίες ανέρχονται στα 25 δισ. ευρώ.
Τα δεδομένα 2015–2025 δείχνουν σημαντική ενίσχυση: οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά περίπου 90%, φτάνοντας τα 50 δισ. ευρώ, με τη βιομηχανία να αντιπροσωπεύει το 90% της αξίας αυτής και τη βαριά βιομηχανία περίπου το 50%.
Η βιομηχανική προστιθέμενη αξία αυξήθηκε πάνω από 40% την ίδια δεκαετία, έναντι 17% για το ΑΕΠ σε αποπληθωρισμένες τιμές, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας στη βιομηχανία παραμένει περίπου 60% υψηλότερη από τον μέσο όρο της οικονομίας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της μεταποίησης για τη δημιουργία υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Ωστόσο, κρίσιμος περιοριστικός παράγοντας αποτελεί το κόστος ενέργειας και, κυρίως, η έλλειψη προβλεψιμότητας, που καθιστά εξαιρετικά δύσκολο τον επενδυτικό σχεδιασμό. Όπως επισημάνθηκε χαρακτηριστικά, «ανταγωνιστική βιομηχανία χωρίς ανταγωνιστικό και σταθερό ενεργειακό κόστος δεν μπορεί να υπάρξει».
Στο πλαίσιο αυτό τονίστηκε η ανάγκη συνολικής αναμόρφωσης της αγοράς ενέργειας: βελτίωση δικτύων, μείωση απωλειών, εξορθολογισμός ρυθμιστικών χρεώσεων και αναθεώρηση κρίσιμων μηχανισμών όπως η αγορά εξισορρόπησης. Παράλληλα επισημάνθηκε η σημασία της ευελιξίας για τη βιομηχανία (αυτοπαραγωγή, μπαταρίες, διακοψιμότητα) και ενός σαφούς και σταθερού χωροταξικού πλαισίου, ώστε οι επενδύσεις να υλοποιούνται χωρίς καθυστερήσεις και νομικές αβεβαιότητες.
Στην ευρωπαϊκή ατζέντα υπάρχει πλέον αναγνώριση της σημασίας της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, με κινήσεις προς πιο ευέλικτο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων και συζητήσεις για τη δυνατότητα στήριξης του ενεργειακού κόστους και των έμμεσων εκπομπών. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, τέτοιες παρεμβάσεις δεν θεραπεύουν την ουσία του προβλήματος, που είναι η αβεβαιότητα.
Σε επίπεδο πολιτικών και χρηματοδοτικών εργαλείων, πρωτοβουλίες όπως το Clean Industrial Deal, το Steel and Metal Action Plan, το Circular Economy Act και το Clean and Affordable Energy Act, σε συνδυασμό με μηχανισμούς χρηματοδότησης όπως το Innovation Fund και το Modernization Fund, δημιουργούν ευκαιρίες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ιδιαίτερα καθώς η ΕΕ επιδιώκει να ενισχύσει τη στρατηγική της αυτονομία.
Η σημασία της βιομηχανίας για τη συνολική ισχύ της Ευρώπης αναδείχθηκε και από τη σύνδεση της παραγωγής βασικών μετάλλων και πρώτων υλών με στρατηγικούς τομείς, όπως η άμυνα. Γι’ αυτό και οι ευρωπαϊκές πολιτικές στρέφονται στην ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης, ενώ το Industrial Accelerator Act χαρακτηρίστηκε ως καλή βάση για την ενίσχυση κλάδων όπως τα μέταλλα, τα δομικά υλικά και η ενέργεια.
Στην ελληνική πραγματικότητα υπογραμμίστηκε ότι υπάρχει ανάγκη σαφούς θέσης, καθώς στόχος της ΕΕ είναι η αύξηση της μεταποίησης στο 20% του ΑΕΠ έως το 2035, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται 4η από το τέλος στον σχετικό δείκτη. Η χώρα διαθέτει ισχυρούς «εθνικούς πρωταθλητές» σε κλάδους όπως το αλουμίνιο, ο χάλυβας, το τσιμέντο και ο χαλκός, με σημαντική διεθνή παρουσία, παρά τις διαχρονικές ελλείψεις σε υποδομές και φιλικό ρυθμιστικό περιβάλλον.
Επισημάνθηκε επίσης η ανάγκη να αξιοποιηθούν άμεσα τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, καθώς και η υιοθέτηση επιτυχημένων πρακτικών από άλλες χώρες. Ως παράδειγμα αναφέρθηκε η έγκριση οριζόντιου πακέτου στήριξης για την ενεργοβόρο βιομηχανία στη Βουλγαρία, με τη σύσταση ότι η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί ταχύτερα και πιο συντονισμένα.
Από πλευράς επιχειρηματικών παραδειγμάτων, ο Πάνος Λώλος, Γενικός Διευθυντής Κλάδου Χαλκού της ElvalHalcor, τόνισε ότι «Η βιομηχανία είναι ο συνολικός επιταχυντής της ελληνικής οικονομίας» και υπενθύμισε ότι στη βιομηχανία επενδύονται διαχρονικά περίπου πέντε φορές περισσότερα κεφάλαια ανά εργαζόμενο σε σχέση με τον μέσο όρο της οικονομίας, φθάνοντας τις 36.000 ευρώ ετησίως.
Ο Χρήστος Μπαλάσκας, Αντιπρόεδρος Commercial, Growth & External Relations, Eldorado Group, υπογράμμισε τη σημασία των επενδύσεων της Eldorado Gold στον ελληνικό χρυσό από το 2012, που αποτελούν ψήφο εμπιστοσύνης στην εγχώρια βιομηχανία. Πρόκειται για συνολική επένδυση στα μεταλλεία Κασσάνδρας στη Χαλκιδική, όπου ήδη παράγονται ασήμι και χρυσός, καθώς και μόλυβδος και ψευδάργυρος, ενώ έως το τέλος του έτους αναμένεται να ξεκινήσει η παραγωγή συμπυκνωμάτων χρυσού και χαλκού από το μεταλλείο των Σκουριών.
Στην ίδια παρέμβαση αναφέρθηκε ότι σήμερα απασχολούνται περίπου 4.300 εργαζόμενοι, με σημαντικό μέρος αυτών να συμμετέχει στην ανάπτυξη του νέου μεταλλείου, και ότι σε ορίζοντα 23 ετών εκτιμάται ότι οι εξαγωγές θα φτάσουν τα 2,2 δισ. δολάρια, αποφέροντας τουλάχιστον 500 εκατ. δολάρια έσοδα για το ελληνικό Δημόσιο. Έχουν ήδη συμφωνηθεί περίπου 80 εκατ. δολάρια στο πλαίσιο δράσεων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.
Ο Svetoslav Atanasov, General Manager Ελλάδας και Κύπρου της Coca-Cola Τρία Έψιλον, σημείωσε ότι τα τελευταία τρία χρόνια η εταιρεία έχει υλοποιήσει συνολικές επενδύσεις 140 εκατ. ευρώ και τόνισε τον ρόλο των επιχειρήσεων στη δημιουργία ισχυρών αλυσίδων αξίας, στη στήριξη των δημοσίων εσόδων μέσω φορολογίας και στην επένδυση σε υποδομές, ψηφιοποίηση και βιωσιμότητα.
Ως παραδείγματα επενδυτικής στρατηγικής αναφέρθηκαν εργαλεία ψηφιοποίησης όπως τα “digital twins” στις γραμμές παραγωγής για την άμεση παρακολούθηση και βελτιστοποίηση της απόδοσης, καθώς και χρήση δεδομένων και αναλυτικών εργαλείων για την παροχή εξατομικευμένων λύσεων σε πελάτες. Η Coca‑Cola Τρία Έψιλον διατυπώνει δεσμεύσεις για μηδενικές εκπομπές έως το 2040 και ενίσχυση της διαχείρισης υδάτινων πόρων στις κοινότητες όπου δραστηριοποιείται.
Τον συντονισμό της συζήτησης ανέλαβε ο Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), ο οποίος επισήμανε ότι η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας το 2026 είναι ριζικά διαφορετική σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες: πλέον έχει γίνει κατανοητό ότι χωρίς παραγωγή δεν μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμο εισόδημα και ότι το ζητούμενο έχει μετατοπιστεί από το «αν» στο «πώς» της αναπτυξιακής και παραγωγικής στρατηγικής της χώρας.

