Ο Μουνίρ Μπάσι, πρόσφυγας από το Βόρειο Νταρφούρ, μετέτρεψε την εμπειρία του εκτοπισμού σε οργανωμένη βοήθεια για τους συνανθρώπους του. Από το ταξίδι της φυγής και την ολιγόμηνη παραμονή στα ελληνικά κέντρα υποδοχής μέχρι τη δημιουργία μιας κοινότητας στήριξης που δρα μέσα στο ίδιο του το Σουδάν, η πορεία του καταγράφει τις πολλαπλές όψεις της προσφυγιάς και της αλληλεγγύης.
Αφησε την πατρίδα του όταν η βία στο Νταρφούρ κλιμακώθηκε επικίνδυνα. Το 2018 ο Μουνίρ Μπάσι, ο οποίος γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό κοντά στην πόλη Κουτούμ στην περιοχή του Βόρειου Νταρφούρ του Σουδάν, αναγκάστηκε να καταφύγει με μέλη της οικογένειάς του στην Αίγυπτο. Πέντε χρόνια αργότερα έφτασε μόνος στην Ελλάδα, στο νησί της Σάμου. Κάποια μέλη της οικογένειάς του έμειναν στην Αίγυπτο, ενώ κάποια από τα αδέρφια του δεν έφυγαν ποτέ από το Σουδάν.
Κατά την ολιγόμηνη παραμονή του στο κέντρο υποδοχής του νησιού, όπου παρέμεινε μέχρι να εξεταστεί το αίτημα ασύλου του, εργάστηκε εθελοντικά ως διερμηνέας, διδάσκοντας παράλληλα αγγλικά και υποστηρίζοντας τις ανάγκες της κοινότητας. «Ηταν μια πολύ δύσκολη απόφαση να αφήσεις τα πάντα πίσω, την οικογένεια, τους φίλους, τη δουλειά. Αλλά εκείνες τις στιγμές αυτό που μετράει περισσότερο είναι η ίδια η ζωή, η ασφάλεια», λέει ο Μουνίρ.
Στις αρχές του 2024 ο Μουνίρ αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας και από τότε ταξίδεψε και εργάστηκε σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας — από την Αρτα και τη Φιλιππιάδα στην Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη, μέχρι τη Λέσβο — στο πλαίσιο προγραμμάτων της οργάνωσης Movement on the Ground. Πολύ γρήγορα, έχοντας τα τελευταία δύο χρόνια ως μόνιμη βάση του τη Λέσβο, ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία: όταν τον περασμένο Νοέμβρη η Σκάλα Καλλονής δοκιμάστηκε από τις εκτεταμένες πλημμύρες, βρέθηκε δίπλα στους ντόπιους, βοηθώντας να βγάλουν έξω έπιπλα και να καθαρίσουν τα σπίτια τους. «Εχω λάβει τέτοια υποστήριξη από την τοπική κοινωνία και τους ανθρώπους στο νησί, που όποτε μπορώ την ανταποδίδω», λέει ο σουδανός πρόσφυγας.
Η σκέψη του, ωστόσο, παρέμενε στην πατρίδα και σε όσους βιώνουν τον εκτοπισμό μέσα στο Σουδάν. Η ιδέα να βοηθήσει όσους λόγω του πολέμου έχουν φύγει από τα χωριά τους και βρίσκονται κάπου μέσα στο Σουδάν άρχισε σιγά σιγά να παίρνει σάρκα και οστά. «Σε αυτούς τους καταυλισμούς βρίσκονται αγρότες, έμποροι, πωλητές, άνθρωποι με τις οικογένειές τους, η ζωή των οποίων σταμάτησε ξαφνικά λόγω του πολέμου. Τα χωριά τους καταστράφηκαν ή πλέον δεν είναι ασφαλή για να επιστρέψουν. Κάπως έτσι “γεννήθηκε” στις αρχές του 2025 το “Let’s Have Hope” (“Ας κρατήσουμε την ελπίδα”)».
Πρόκειται για μια οργάνωση που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες για πρόσφυγες, με επιτόπια δράση στις περιοχές του Σουδάν που έχουν πληγεί περισσότερο. Συνολικά, η οργάνωση έχει βοηθήσει μέχρι στιγμής περίπου 60.000 άτομα και λειτουργεί κοινοτική κουζίνα, διανέμει τρόφιμα και είδη ατομικής υγιεινής, και παρέχει υπηρεσίες προστασίας, ιδίως για γυναίκες και κορίτσια. «Στόχος μας είναι να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους να ξαναχτίσουν τα χωριά τους και να υποστηρίξουμε τις γυναίκες ειδικά στο Νταρφούρ. Ξέρετε, οι γυναίκες στο Σουδάν έχουν όνειρα, φιλοδοξίες, είναι έξυπνες, χρειάζονται όμως υποστήριξη και καθοδήγηση για να κάνουν σπουδαία πράγματα», αναφέρει ο Μουνίρ.
Ο στρατηγικός σχεδιασμός και η διαχείριση πολλών δράσεων γίνονται από την Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα από τη Λέσβο, όπου ο Σουδανός συνεργάζεται με μια μικρή ομάδα συναδέλφων, ετοιμάζοντας τις παρεμβάσεις που θα υλοποιηθούν στην αφρικανική χώρα.
Η βοήθεια από την οργάνωση του Μουνίρ αλλά και από άλλους ανθρωπιστικούς φορείς είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ. Τρία χρόνια από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος, εκατομμύρια Σουδανοί έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες — Τσαντ, Νότιο Σουδάν, Αίγυπτος — πολλές από τις οποίες αντιμετώπιζαν ήδη μεγάλα προβλήματα λόγω της ευάλωτης οικονομίας τους και των επιβαρυμένων δημόσιων υποδομών στις παραμεθόριες περιοχές. Περίπου 7 στους 10 Σουδανούς έχουν πλέον βυθιστεί στη φτώχεια εξαιτίας του πολέμου. Είναι ενδεικτικό πως τουλάχιστον το ένα τέταρτο του πληθυσμού του Σουδάν υπολογίζεται πως ζει με εισοδήματα χαμηλότερα από 1,70 ευρώ την ημέρα.
«Η ευχή μου είναι μία: σύντομα οι άνθρωποι, τα μικρά παιδιά να βιώσουν την ειρήνη και να μπορέσουν να επιστρέψουν με ασφάλεια πίσω στα σπίτια τους», λέει ο Μουνίρ.

