Η αύξηση των ξένων, ο διάλογος και τα παραδείγματα παικτών και εθνικών ομάδων

Share

Ο Ανδρέας Καταχανάς αναλύει τις παραμέτρους για το ενδεχόμενο αύξησης των ξένων από τέσσερις σε πέντε και θεωρεί πως κακώς συγχέονται μεταξύ τους ζητήματα που δεν αφορούν στο συγκεκριμένο θέμα

Εδώ και χρόνια συντηρείται η συζήτηση της αύξησης των ξένων από τέσσερις σε πέντε στη Volley League. Τελικά, η συζήτηση φούντωσε όταν πια πάρθηκε – σωστά – η υπουργική απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Αθλητισμού, Γιάννη Βρούτση, να αποφασίζεται οποιαδήποτε αλλαγή στον αριθμό των ξένων με πλειοψηφία ανάμεσα σε ΕΣΑΠ, ΕΟΠΕ και ΠΑΣΑΠ.

Την καυτή πατάτα την κρατά αυτή τη στιγμή στα χέρια της η ΕΟΠΕ, η οποία θα κληθεί να ανακοινώσει τις όποιες αποφάσεις της. Αν δηλαδή θα συνεχιστεί το μοτίβο των δέκα ομάδων με τέσσερις ξένους ή αν οι ομάδες θα γίνουν δώδεκα με πέντε ξένους.

Είναι λογικό να υπάρχουν διαφωνίες και υγιές να γίνεται διάλογος πάνω σε αυτές. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι να μηδενίζονται απόψεις: Ως αρμόδιο όργανο των αθλητών, ο ΠΑΣΑΠ δικαιούται να στηρίξει την άποψή του κατά της αύξησης των ξένων, ως συνεταιρισμός ομάδων, η ΕΣΑΠ δικαιούται να θέλει κάτι διαφορετικό για να τραβήξει το ενδιαφέρον παραπάνω και να αυξήσει τον ανταγωνισμό.

Αυτό που προσωπικά με έχει αφήσει έκπληκτο, είναι πως ενώ η όποια απόφαση θα ληφθεί κατά πλειοψηφία, υπάρχει κόσμος να θεωρεί ότι υφίσταται «δικτατορία». Ή είσαι με εμάς, ή είσαι απέναντί μας.

Ελάτε να τα βάλουμε κάτω. Διάβασα με προσοχή όλο αυτό το διάστημα τις επίσημες θέσεις του ΠΑΣΑΠ, με κύριο άξονα την εθνική ομάδα.

Προσωπικά – κι αυτό είναι κάτι που το πιστεύω χρόνια – δεν νομίζω ότι η εξέλιξη μιας εθνικής ομάδας εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των γηγενών αθλητών που αγωνίζεται στο πρωτάθλημα της χώρας τους. Αν ήταν έτσι, η Γεωργία θα διεκδικούσε μετάλλια στο Eurovolley και η Γαλλία θα έψαχνε τρόπο να παίξει σε τελική φάση παγκοσμίου πρωταθλήματος.

Το ζήτημα «εθνική ομάδα» είναι πολυσύνθετο και υπάρχουν πολλά παραδείγματα που μπορεί να σταθεί κανείς. Η Ελλάδα για πολλά χρόνια απείχε από καλοκαιρινές διοργανώσεις λόγω οικονομικής δυσπραγίας της ομοσπονδίας. Δυστυχώς, όταν δημοσιογράφοι σχολίαζαν αρνητικά το γεγονός, ουδείς βγήκε από όσους τώρα τάχθηκαν κατά της αύξησης των ξένων για να πουν για το πόσο άσχημο ήταν να μη βλέπουμε την εθνική σε διοργανώσεις που συμμετέχουν μέχρι και τα Νησιά Φερόε…

Καλώς ή κακώς το βόλεϊ στο παρελθόν πέρα από τους Έλληνες με προσωπικότητα, συνδέθηκε και με πολύ μεγάλου βεληνεκούς ξένους αθλητές. Την ώρα που η ψαλίδα με άλλες χώρες σε επίπεδο ποιότητας ανοίγει κι άλλο (και το γράφει κάποιος που περνά το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του βλέποντας βόλεϊ σε πολλά πρωταθλήματα), στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε ακόμα επιχειρήματα που δεν ανταποκρίνονται στην εποχή μας.

Ρουμανία και Πορτογαλία που έφτασαν σε οκτάδα ευρωπαϊκού και παγκοσμίου πρωταθλήματος αντίστοιχα στις τελευταίες δύο διοργανώσεις, είχαν καλούς γηγενείς παίκτες που αγωνίζονταν στο εξωτερικό. Το ίδιο και η Γαλλία που κατέκτησε δύο χρυσά μετάλλια στις τελευταίες δύο Ολυμπιάδες.

Οι αθλητές οφείλουν να φωνάζουν για τα εργατικά τους δικαιώματα (ασφάλιση, κατώτατος μισθός, ένσημα κλπ.) είτε οι ξένοι είναι 3, είτε 4, είτε 5, είτε 10. Τα εργατικά δικαιώματα δεν θα έπρεπε να μπαίνουν στην ίδια συζήτηση με τον αριθμό των ξένων κυρίως όταν επίκειται αύξηση αλλοδαπών. Και σίγουρα, δεν θα έπρεπε να προτάσσονται στην κουβέντα μόνο τότε.

Όσον αφορά στο κομμάτι της εξέλιξης, είναι μια πραγματικότητα, κοινώς αποδεκτή, ότι πια δεν βγαίνουν παίκτες. Και αυτό είναι μια τεράστια κουβέντα με πολλές προεκτάσεις, που δεν αφορά μόνο στο βόλεϊ αλλά και στο μπάσκετ.

Προσωπικά θεωρώ πως θα έπρεπε η δεύτερη κατηγορία του ελληνικού πρωταθλήματος να έχει τουλάχιστον μία ομάδα με προπονητές που θα δουλεύουν με αποκλειστικό στόχο τη βελτίωση του ταλέντου πριν το άλμα στην πρώτη κατηγορία, ή να μπουν κάποιες δικλείδες για συμμετοχή νεαρών αθλητών σε διοργανώσεις όπως το Λιγκ Καπ.

Γενικότερα, ιδέες υπάρχουν πολλές. Γιατί αυτή η μία παραπάνω θέση ξένου θα κάψει πλήρως το πρωτάθλημα και δεν θα ξαναβγούν νέοι παίκτες δεν το καταλαβαίνω.

Οι ομάδες που θα κάνουν πρωταθλητισμό και θα στοχεύουν σε κάτι καλό στην Ευρώπη θα συνεχίσουν, καλώς ή κακώς, να κυνηγούν ξένους παίκτες που θα κάνουν τη διαφορά. Οι ομάδες που δεν θα κοιτούν μόνο τη διάκριση, θα έχουν και Έλληνες αθλητές. Ας συμφωνήσουμε πως τα περισσότερα σωματεία που έδωσαν ευκαιρίες σε παίκτες να αναδειχθούν, είτε το έκαναν από ανάγκη (τραυματισμοί, οικονομικά προβλήματα), είτε γιατί δεν είχαν την ίδια πίεση με άλλα.

Όπως ας συμφωνήσουμε στο ότι υπάρχουν πολύ, μα πολύ αξιόλογοι Έλληνες αθλητές που αναδείχθηκαν αυτά τα χρόνια όχι γιατί οι ξένοι ήταν τέσσερις, αλλά γιατί όντως δούλεψαν σκληρά για να το πετύχουν και άξιζαν, είτε βγήκαν στο εξωτερικό, είτε γιατί έμειναν στην Ελλάδα και βρέθηκαν προπονητές να εκτιμήσουν το ταλέντο τους και να δουλέψουν μαζί τους.

«Kαταλαβαίνεις πώς αντιμετωπίζεσαι στο εξωτερικό κι έτσι βλέπεις και πώς αντιμετωπίζουμε εμείς τους ξένους στην Ελλάδα. Δίνεις έμφαση στη δουλειά σου στο σώμα, στο πώς προσέχεις τον εαυτό σου, πας σε μια άλλη χώρα και ζεις για το βόλεϊ, παλεύεις γιατί είσαι αναλώσιμος: όπως συμβαίνει με ξένους αθλητές στην Ελλάδα. Κάθε μέρα είσαι αναλώσιμος αν δεν παίζεις στο μέγιστο κι αν δεν ακολουθείς το επαγγελματικό μοτίβο ενός αθλητή που ζει από αυτό, θα αναγκαστούν να σε αλλάξουν. Δεν είναι όπως το ζούσα στον Παναθηναϊκό ή στον ΠΑΟΚ που θα ήμουν βασικός ας πούμε λόγω διαβατηρίου», έλεγε στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Athlosnews ο Αλέξανδρος Ράπτης που εδώ και τρεις σεζόν από επιλογή του παίζει στο εξωτερικό – με χαμηλότερες απολαβές από αυτές που θα είχε στην Ελλάδα – φεύγοντας μετά από μια σούπερ χρονιά στον ΠΑΟΚ.

Ανάλογο παράδειγμα εξέλιξης Έλληνα παίκτη – που κατά σύμπτωση έπρεπε να φύγει έξω για να αναδειχθεί – είναι αυτό του Λάμπρου Πιτακούδη, ενός κεντρικού με εξαιρετική πρώτη ύλη, που έφυγε από την Ελλάδα όπου είχε ξεκινήσει ως διαγώνιος και μετά από αρκετή περιπλάνηση επαναπατρίστηκε για τον Ολυμπιακό και εν τέλει έγινε βασικός.

Και για να μείνουμε στα εγχώρια, δείτε τα παραδείγματα του Δημήτρη Τζιάβρα – που χωρίς παραστάσεις άρπαξε την ευκαιρία που του έδωσε ο Αλμπέρτο Τζουλιάνι και έγινε ένα από τα κορυφαία λίμπερο με ατομική διάκριση στο περυσινό CEV Champions League – του Μάρκου Γαλιώτου που διαχειρίζεται καλύτερα την πίεση και είναι ο βασικός πασαδόρος της εθνικής, του Δημήτρη Μούχλια που παίζει στην Πολωνία, του Αλέξανδρου Νανόπουλου που αναδείχθηκε στον Μίλωνα (όταν υπήρχε ο χώρος και όχι η πίεση του πρωταθλητισμού) και πλέον θα πάρει μεγαλύτερο συμβόλαιο με ή χωρίς πέντε ξένους. Και έχουμε πολλά παραδείγματα ακόμα.

Συνεπώς, η αύξηση των ομάδων από 10 σε 12 με παράλληλη προσθήκη ξένου, τουλάχιστον αριθμητικά – κι αυτό είναι και προσωπική άποψη – δεν θα κλείσει χώρο στα ταλέντα που έχουν την πρώτη ύλη και τη διάθεση να δουλέψουν. Οι ομάδες, σίγουρα, θα πρέπει να έχουν οικονομική φερεγγυότητα και πάνω σε αυτό να πληρούν ορισμένα κριτήρια, που θα ορίσουν οι αρμόδιοι φορείς, επενδύοντας παράλληλα στο κομμάτι του μάρκετινγκ, της προώθησης του προϊόντος και της βελτίωσης των γηπέδων τους.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ