Η μάχη όλων των μαχών

Share

Η πολιτική σκηνή βγαίνει από την πασαρέλα της ΔΕΘ με πολλές εξαγγελίες, αλλά χωρίς διάθεση συνεννόησης. Οι αρχηγοί μίλησαν για το δικό τους σχέδιο, όμως κανείς δεν έδειξε πρόθυμος να συζητήσει σοβαρά το ενδεχόμενο μιας κυβερνητικής συνεργασίας.

Αυτό είναι, ίσως, το βασικό συμπέρασμα μετά την ολοκλήρωση των παρουσιών των πολιτικών αρχηγών στη Θεσσαλονίκη. Οι διακηρύξεις και τα προγράμματα εξαντλήθηκαν, η ανοχή δοκιμάστηκε και, μέσα σε όλα, χάσαμε και τον Μαζωνάκη.

Οι εξαγγελίες των κομμάτων μπορεί να μην απέχουν παρασάγγες μεταξύ τους, όμως η κοινή πορεία μοιάζει απαγορευμένη λέξη. Ολοι θέλουν να κυβερνήσουν μόνοι τους και κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να μοιραστεί την εξουσία.

Ολοι κινούνται, κατά κάποιον τρόπο, στον αντίποδα του μεγάλου Στράτου, ο οποίος σοφά συμβούλευε «καλύτερα μαζί σου και τρελός, παρά μονάχος μου και λογικός».

Αν, μάλιστα, οι προεκλογικές υποσχέσεις είχαν στοιχειώδη βάση και οι αριθμοί έβγαιναν, η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί την επομένη των εκλογών με τουλάχιστον τρεις μονοκομματικές κυβερνήσεις. Ευτυχώς, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Με τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα και με δεδομένο το εκλογικό σύστημα, τα πιο πιθανά σενάρια για την επόμενη ημέρα είναι δύο.

Το πρώτο προβλέπει μια μονοκομματική κυβέρνηση ή, έστω, μια κυβέρνηση με κορμό τη ΝΔ. Πρόκειται, ωστόσο, για το λιγότερο πιθανό ενδεχόμενο, από τη στιγμή που η ΝΔ απέχει σαφώς από την αυτοδυναμία.

Το δεύτερο αφορά μια κυβέρνηση συνεργασίας της ΝΔ με κάποιο άλλο κόμμα. Αν κανένα από τα δύο σενάρια δεν καταστεί εφικτό, η χώρα θα οδηγηθεί σε δεύτερη κάλπη και βλέπουμε.

Για να αποφευχθεί η δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, όμως, θα χρειαστεί η πρώτη κάλπη να δώσει στη ΝΔ επαρκή δύναμη. Αν το κυβερνών κόμμα βγει αρκετά ενισχυμένο και του λείπουν λίγες έδρες, ενδεχομένως να μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση και χωρίς αυτοδυναμία, με τη σύμπραξη ορισμένων βουλευτών.

Αντίθετα, μια σημαντική αποδυνάμωση της ΝΔ θα δυσκολέψει την προσπάθεια να επιβληθεί συνεργασία σε κάποιο άλλο κόμμα. Σε αυτή την περίπτωση, όλοι θα προτιμήσουν να λύσουν τις διαφορές τους σε έναν «δεύτερο γύρο».

Οι μικρότερες πολιτικές δυνάμεις έχουν, συνεπώς, μια δύσκολη απόφαση να πάρουν. Η δεύτερη κάλπη ευνοεί θεωρητικά το πρώτο κόμμα, όπως συνέβη το 2012 και το 2023. Για το δεύτερο κόμμα η εικόνα είναι πιο σύνθετη: ενισχύθηκε το 2012, αλλά υποχώρησε το 2023. Για το τρίτο κόμμα, πάντως, δεν προκύπτει ότι υπάρχει αντίστοιχο όφελος.

Με βάση αυτή τη λογική, ένα μικρότερο κόμμα θα είχε συμφέρον να συμφωνήσει με το πρώτο κόμμα αμέσως μετά τις πρώτες εκλογές, ώστε να αποφύγει μια δεύτερη αναμέτρηση που ενισχύει τον νικητή. Μόνο που εδώ βρισκόμαστε στην Ελλάδα, όπου κανείς δεν μιλάει με κανέναν και όλοι επιμένουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν μόνοι τους.

Ακόμη και ο Σαμαράς φτιάχνει κόμμα για ατομική του χρήση. Γι’ αυτό και η επιλογή της ΝΔ να ρίξει όλο το βάρος στην πρώτη κάλπη μοιάζει απολύτως εύλογη. Το αποτέλεσμα της πρώτης αναμέτρησης θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και τη συνέχεια.

Τα δύο βασικά ερωτήματα είναι ήδη ορατά. Το πρώτο αφορά τον βαθμό αποσυσπείρωσης της κυβερνητικής παράταξης, κάτι λογικό και αναμενόμενο έπειτα από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης. Το δεύτερο έχει να κάνει με το πολυσυζητημένο «κόμμα Σαμαρά», το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει εμφανιστεί ώστε να μετρηθεί η πραγματική του απήχηση.

Η προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού δεν φαίνεται να απευθύνεται τόσο στη σταθερή βάση της κυβερνητικής παράταξης, όσο σε ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί ή αποστασιοποιηθεί από τα δεξιά της.

Το «κόμμα Σαμαρά» θα κινηθεί, όπως όλα δείχνουν, στον ορίζοντα των πρώτων εκλογών. Μετά από αυτές, τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα για το ίδιο. Η ΝΔ, από την πλευρά της, θα πρέπει να στεγανοποιηθεί απέναντί του, αλλά ταυτόχρονα να διατηρήσει ανοιχτό τον δρόμο για την προσέλκυση των ψηφοφόρων του σε περίπτωση δεύτερης κάλπης.

Λογικά, λοιπόν, θα κόψει κάθε γέφυρα ακόμη και απλής συνεννόησης με τον ίδιο τον Σαμαρά και την ηγετική ομάδα του. Δεν μπορεί να αποδεχθεί το σκηνικό «μια παράταξη, δύο κόμματα» που επιχειρεί να δημιουργήσει ο πρώην πρωθυπουργός.

Είναι, βέβαια, νωρίς για ασφαλή προγνωστικά. Πρώτα θα πρέπει να εμφανιστεί το ίδιο το κόμμα του Σαμαρά και να φανεί πόσο πραγματικά μετράει. Ολα, πάντως, συνηγορούν στο ότι «μητέρα όλων των μαχών» θα είναι περισσότερο η πρώτη παρά η δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό υπάρχει και μια ακόμη ενδιαφέρουσα παράμετρος. Μετά τις εκλογές του 2023, δύο πρόσωπα φάνηκε ότι θα μπορούσαν να διακριθούν, με τη γενναιόδωρη συνδρομή και μιας μερίδας του Τύπου: ο Κασσελάκης και η Καρυστιανού.

Σήμερα, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι θα καταφέρουν έστω να μπουν στη Βουλή. Ξεφούσκωσαν. Και όλα δείχνουν ότι στην εκλογική αρένα θα επιστρέψουν οι συνήθεις ύποπτοι, δηλαδή οι ίδιοι πολιτικοί αρχηγοί που είδαμε και το 2023.

Είναι, άραγε, τόσο δύσκολο το νέο στην πολιτική; Η εικόνα δείχνει πως είναι. Ή, τουλάχιστον, πως δεν είναι μια απλή υπόθεση.

Τα παλιά κοινωνικά και πολιτικά στερεότυπα, όπως της «πονεμένης μάνας» και του «ωραίου νέου», φαίνεται ότι δεν αποδίδουν πλέον από μόνα τους. Η «πονεμένη» και ο «ωραίος» χρειάζεται να διαθέτουν και κάποιες στοιχειώδεις προδιαγραφές πολιτικής επάρκειας.

Είναι ένα αισιόδοξο συμπέρασμα, κυρίως επειδή απαντά σε όσους παρουσιάζουν την πολιτική ως εύκολη και συνηθισμένη υπόθεση, την οποία μπορεί να διεκπεραιώσει ο οποιοσδήποτε αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία και να την αρπάξει.

Αν ίσχυε αυτή η ευκολία, θα είχαμε δεκάδες πρωθυπουργούς, υπουργούς και αρχηγούς κομμάτων. Δεν ισχύει. Και έτσι επιβεβαιώνεται η παλιά καλή βρετανική κουβέντα που λέει πως στη δημοκρατία «ο οιοσδήποτε μπορεί να γίνει πρωθυπουργός αλλά όχι ο οποιοσδήποτε». Να το θυμόμαστε.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ