Η οικογένεια του Νίκολας Μπράντραμ, ο οποίος βρέθηκε νεκρός ενώ παρέμενε υπό αστυνομική έρευνα για την υπόθεση του «Putney Pusher», στρέφεται κατά της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου (Met Police), καταγγέλλοντας «αμελή» διαχείριση. Οι αδελφές του υποστηρίζουν πως ένα τεστ DNA θα μπορούσε να είχε αποδείξει την αθωότητά του, αν η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί εγκαίρως.
Ο 44χρονος ιδιώτης τραπεζίτης και πρώην αξιωματικός του βρετανικού στρατού εντοπίστηκε νεκρός στο σπίτι του την Τρίτη, ενώ είχε αφεθεί ελεύθερος υπό καθεστώς συνεχιζόμενης έρευνας. Η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως αιφνίδιος, χωρίς να θεωρείται ύποπτος.
Οι αδελφές του, Αλέξια Χικς, 40 ετών, και Σόφι Βόλκερ, 45 ετών, κατηγόρησαν τη Met Police ότι καθυστέρησε μια εξέταση που, όπως λένε, θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί σχετικά εύκολα.
«Μας έλεγαν ότι τα αποτελέσματα θα είναι έτοιμα σε τέσσερις εβδομάδες»
Σύμφωνα με τις δύο γυναίκες, περίπου δύο μήνες πριν από τον θάνατό του ο Μπράντραμ είχε προσφερθεί να καλύψει ο ίδιος το κόστος ιδιωτικού τεστ DNA, προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία.
Όπως υποστήριξαν, οι αστυνομικοί του ζήτησαν να μην προχωρήσει στην ιδιωτική εξέταση, διαβεβαιώνοντάς τον ότι «θα έχουν τα αποτελέσματα μέσα σε τέσσερις εβδομάδες».
«Η ψυχική του κατάσταση είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ, ώστε κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο δύσκολη», ανέφεραν οι αδελφές του.
«Το πρόβλημα είναι ότι ένας από τους αστυνομικούς είπε πως τα αποτελέσματα του DNA θα είναι διαθέσιμα “από μέρα σε μέρα”. Και στη συνέχεια, μόλις λίγες ημέρες, πιστεύω, πριν από τον θάνατό του, του είπε: “Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε πλέον να σας δώσουμε ούτε ημερομηνία”. Έτσι, η διαδικασία συνεχιζόταν ξανά και ξανά».
Οι ίδιες δήλωσαν ότι αδυνατούν να κατανοήσουν για ποιον λόγο δεν ολοκληρώθηκε η εξέταση, η οποία, όπως υποστηρίζουν, θα μπορούσε να είχε δώσει απάντηση στην υπόθεση.
«Αυτό που μας ραγίζει την καρδιά είναι ότι περίπου δύο μήνες πριν, ο Νικ και ο δικηγόρος του είπαν: “Θα πληρώσουμε να γίνει ιδιωτικά, ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία”. Και τους απάντησαν: “Όχι, όχι, όχι. Θα έχουμε τα αποτελέσματα μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Σας το υποσχόμαστε”», ανέφεραν.
«Πάνω από δύο μήνες αργότερα, δεν υπάρχει ακόμη αποτέλεσμα».
Οι αδελφές του Μπράντραμ υποστήριξαν ότι οι αστυνομικοί που χειρίζονταν την υπόθεση «ήταν αμελείς» και «απέτυχαν απέναντι στον Νικ και την κοινωνία» ως προς το καθήκον φροντίδας που είχαν απέναντί του.
«Εμπιστευτήκαμε το σύστημα, το σύστημα δικαιοσύνης. Εμπιστευτήκαμε τη Μητροπολιτική Αστυνομία. Θέλαμε να ολοκληρώσουν την έρευνά τους, επειδή είμαστε τόσο βέβαιες ότι ο Νικ είναι αθώος. Ο Νικ ήταν βέβαιος ότι ήταν αθώος. Η αστυνομία γνωρίζει ότι είναι αθώος», δήλωσαν.
«Γι’ αυτό πιστεύαμε ότι δεν χρειάζεται να πληρώσουμε για ένα τεστ DNA. Ότι η αστυνομία θα πραγματοποιούσε τη δική της εξέταση και θα εξέδιδε την επιστολή ότι δεν θα ληφθεί περαιτέρω δράση, όπως διαβεβαίωναν συνεχώς τον αδελφό μας. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δεν το κάνουν».
Η Αλέξια Χικς περιέγραψε σε ξεχωριστή συνέντευξή της την επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης του αδελφού της τις ημέρες πριν από τον θάνατό του.
«Μου είπε πριν από λίγες ημέρες ότι αυτή η έρευνα τον σκότωνε. Μέρα με τη μέρα, αργά, τον σκότωνε», δήλωσε με δάκρυα στην εφημερίδα The Guardian.
Η οικογένεια του Μπράντραμ επέμεινε στην αθωότητά του και απέδωσε στη Met ευθύνη για την κατάσταση που, σύμφωνα με την ίδια, οδήγησε στον θάνατό του.
Σε ανακοίνωσή της ανέφερε:
«Δεν υπήρχαν εγκληματολογικά στοιχεία που να συνδέουν τον Νικ με την υπόθεση, ούτε στοιχεία που να τον τοποθετούν στη γέφυρα Putney εκείνη την ώρα, ούτε αξιόπιστα στοιχεία ότι ήταν ο άνδρας που εμφανίζεται στο βίντεο. Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία αποδείκνυαν το αντίθετο. Παρά ταύτα, η αστυνομία επέλεξε να συλλάβει τον Νικ αντί να του ζητήσει να προσέλθει για ανάκριση. Έψαξαν το σπίτι του και στη συνέχεια η ομάδα Τύπου της Met Police δημοσιοποίησε πληροφορίες, οι οποίες αναπόφευκτα οδήγησαν σε εικασίες και στην ταυτοποίηση του Νικ από δημοσιεύματα».
Η οικογένεια πρόσθεσε: «Για τον Νικ, οι συνέπειες δεν εξαφανίστηκαν. Για μήνες κουβαλούσε το στίγμα μιας φρικτής κατηγορίας, την οποία η ίδια η αστυνομία είχε προφανώς αναγνωρίσει ότι δεν υποστηριζόταν από τα στοιχεία».
«Έζησε με τη ντροπή, το άγχος, την ταπείνωση και την τεράστια πίεση που προκάλεσε μια εντελώς περιττή έρευνα».
Σύμφωνα με τους συγγενείς του, η αστυνομία είχε επανειλημμένα κληθεί να τερματίσει την έρευνα και είχε ενημερωθεί για τον αντίκτυπο που είχε η υπόθεση στην ψυχική κατάσταση του Μπράντραμ.
«Ακόμη και τότε, η έρευνα δεν τερματίστηκε. Ως αποτέλεσμα, ο Νικ είναι νεκρός», ανέφερε η οικογένεια.
Ο Μπράντραμ, εγγονός της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, η οποία ήταν δισέγγονη της βασίλισσας Βικτωρίας, είχε συλληφθεί στο πλαίσιο της έρευνας για το περιστατικό στη γέφυρα Putney. Ήταν διευθυντής στην ιδιωτική τράπεζα της HSBC πριν τεθεί σε αναστολή μετά τη σύλληψή του.
Μετά τη σύλληψή του τον Ιούνιο, η αστυνομία έψαξε το σπίτι του στο Chiswick, στο δυτικό Λονδίνο, η αξία του οποίου υπολογίζεται σε περίπου 1,4 εκατομμύρια λίρες. Στη συνέχεια συνελήφθη εκ νέου για κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατηγορίας Α και Β, οι οποίες πιστεύεται ότι ήταν κοκαΐνη και κάνναβη.
Ο πρώην αξιωματικός του βρετανικού στρατού είχε αφεθεί ελεύθερος, όμως παρέμενε υπό έρευνα όταν βρέθηκε νεκρός στην κατοικία του την Τρίτη.
Η Met Police έχει παραπέμψει την υπόθεση στο Independent Office for Police Conduct (IOPC), όπως προβλέπεται όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει μετά από προηγούμενη επαφή με την αστυνομία.
Ο αξιωματικός της Αστυνομίας Νταν Νόλες, υπεύθυνος για την αστυνόμευση στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, δήλωσε ότι η έρευνα «παραμένει σε εξέλιξη».
«Οι σκέψεις μας είναι με την οικογένεια και τους φίλους του κ. Μπράντραμ σε αυτή την εξαιρετικά οδυνηρή περίοδο», ανέφερε.
«Αναγνωρίζουμε τον σημαντικό αντίκτυπο που θα έχει ο θάνατός του σε όσους τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν. Κατανοούμε επίσης την πίεση που μπορεί να προκαλέσει στα άτομα και στις οικογένειές τους η υπαγωγή σε αστυνομική έρευνα».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι, μετά την απελευθέρωση του Μπράντραμ υπό καθεστώς συνεχιζόμενης έρευνας, είχε καταστεί σαφές πως οι έρευνες θα συνεχίζονταν έως ότου ολοκληρωθούν οι εκκρεμείς ανακριτικές ενέργειες και οι εγκληματολογικές εξετάσεις.
«Έρευνες αυτού του είδους, ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνουν σύνθετη αξιολόγηση αποδεικτικών και εγκληματολογικών στοιχείων, μπορεί να χρειαστούν αρκετούς μήνες για να ολοκληρωθούν, καθώς οι αστυνομικοί συγκεντρώνουν και αξιολογούν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία», είπε.
Εκπρόσωπος του IOPC δήλωσε ότι η υπηρεσία έλαβε υποχρεωτική παραπομπή από τη Met σχετικά με προηγούμενη επαφή αστυνομικών με τον Νίκολας Μπράντραμ, ο οποίος «δυστυχώς εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του και διαπιστώθηκε ο θάνατός του στις 15 Σεπτεμβρίου».
Η Met ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι αστυνομικοί και διασώστες κλήθηκαν στην κατοικία του Μπράντραμ στις 19:15 το βράδυ της Τρίτης.
«Δυστυχώς, ένας 44χρονος άνδρας διαπιστώθηκε νεκρός στο σημείο», ανέφερε εκπρόσωπος. «Οι πλησιέστεροι συγγενείς του έχουν ενημερωθεί. Σε αυτή τη φάση, ο θάνατός του αντιμετωπίζεται ως αιφνίδιος, αλλά δεν θεωρείται ύποπτος».
Ο Μπράντραμ, ο οποίος είχε παντρευτεί δύο φορές και είχε ένα παιδί τριών ετών, ήταν παρασημοφορημένος πρώην λοχαγός του βρετανικού στρατού. Είχε υπηρετήσει με τους Scots Guards στο Ιράκ, τη Βοσνία και το Αφγανιστάν.
Το 2012 τιμήθηκε με το Queen Elizabeth II Diamond Jubilee Medal, για την αναγνώριση της στρατιωτικής του υπηρεσίας.
Έναν χρόνο αργότερα οδηγήθηκε ενώπιον του City of London Magistrates’ Court, έπειτα από σύγκρουση με γυναίκα ποδηλάτη στην περιοχή Hyde Park Corner.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο Μπράντραμ έπεσε με τη Harley-Davidson του, μοντέλο του 1948, πάνω στη γυναίκα και στη συνέχεια αποχώρησε χωρίς να αφήσει τα στοιχεία του ή να ελέγξει αν είχε τραυματιστεί.
Δήλωσε ένοχος για οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και για παράλειψη στάσης μετά από τροχαίο ατύχημα. Του επιβλήθηκαν πέντε βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης, πρόστιμο 200 λιρών και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης 105 λιρών.
Η υπόθεση του «Putney Pusher» αφορά περιστατικό που σημειώθηκε στις 5 Μαΐου 2017, περίπου στις 07:40, στη γέφυρα Putney Bridge, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο.
Μια γυναίκα περπατούσε προς βορρά, όταν ένας δρομέας την πλησίασε από την αντίθετη κατεύθυνση. Παρότι υπήρχε αρκετός χώρος για να την προσπεράσει με ασφάλεια, ο άνδρας φέρεται να την έσπρωξε προς το οδόστρωμα, ακριβώς μπροστά από διερχόμενο λεωφορείο.
Το λεωφορείο κινούνταν με ταχύτητα περίπου 12 μιλίων την ώρα, όμως χάρη στην άμεση αντίδραση του οδηγού, Όλιβερ Σαλμπρίς, πέρασε σε απόσταση λίγων εκατοστών από το κεφάλι της γυναίκας. Εκείνη επέζησε, χωρίς, σύμφωνα με τις τότε αναφορές, να υποστεί σοβαρούς σωματικούς τραυματισμούς.
Περίπου 15 λεπτά αργότερα, ο δρομέας επέστρεψε προς την αντίθετη κατεύθυνση και πέρασε ξανά από το σημείο, ενώ περαστικοί βοηθούσαν τη γυναίκα πάνω στη γέφυρα. Σύμφωνα με τις αναφορές, αγνόησε τις εκκλήσεις της να σταματήσει.

