Η Ουρουγουάη φαίνεται να γυρίζει σελίδα στη μακρά σχέση της με το δολάριο: για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, όλο και περισσότεροι πολίτες εγκαταλείπουν την «ασφαλή» αποθήκευση σε ξένο νόμισμα και επιλέγουν το εθνικό πέσο. Η αλλαγή δεν είναι στιγμιαία —είναι αποτέλεσμα σταθερής πολιτικής, υποχώρησης του πληθωρισμού και αναβαθμισμένης αξιοπιστίας της κεντρικής τράπεζας.
Η τάση αποτυπώνεται στα στοιχεία. Οι τοποθετήσεις σε εγχώριους τίτλους εκφρασμένους σε πέσο τριπλασιάστηκαν μέσα σε δύο χρόνια και ξεπέρασαν τα 14 δισ. πέσο (περίπου 348 εκατ. δολάρια) στα τέλη Μαΐου. Ταυτόχρονα, το μερίδιο των ιδιωτικών τραπεζικών καταθέσεων σε ξένο νόμισμα μειώθηκε από περίπου 73% τον Μάρτιο του 2025 σε 69% τον Ιούνιο του 2026.
Παρά τη μείωση, το ποσοστό σε ξένο νόμισμα παραμένει υψηλό —υπενθύμιση της συλλογικής μνήμης από προηγούμενες κρίσεις και υποτιμήσεις. Ωστόσο, η τάση αντιστροφής είναι εμφανής: για τρία χρόνια ο πληθωρισμός κινείται εντός του στόχου της κεντρικής τράπεζας (3%–6%) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ρυθμό περίπου 4% για το 2026.
Η αναγέννηση της εμπιστοσύνης στο πέσο δεν περιορίζεται στις καταθέσεις. Η αγορά προσφέρει τώρα νέα προϊόντα σε εθνικό νόμισμα: το 2026 λειτουργούν τουλάχιστον επτά αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς σε πέσο, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Χρηματοοικονομικές εταιρείες όπως οι Μπαλάνζ και Πουέντε, καθώς και πλατφόρμες όπως οι Μερκάδο Λίμπρε και Πρεξ, λανσάρουν προϊόντα που απευθύνονται ακόμα και σε μικρούς αποταμιευτές.
Η διεύρυνση της βάσης επενδυτών είναι χαρακτηριστική: ορισμένοι ιδιώτες εισέρχονται με μόλις 1.000 πέσο, κάτι που σηματοδοτεί πως η αποδολαριοποίηση παύει να αφορά αποκλειστικά μεγάλες περιουσίες και προχωράει στα νοικοκυριά, προσφέροντας δυνατότητα απόδοσης χωρίς τον συναλλαγματικό κίνδυνο του δολαρίου.
Η στροφή προς το εθνικό νόμισμα ανιχνεύεται και στη δημόσια χρηματοδότηση. Σχεδόν το 57% του δημόσιου χρέους εκφράζεται πλέον σε πέσο. Περισσότερο από το μισό της εγχώριας έκδοσης χρέους ύψους 2,1 δισ. δολαρίων μέχρι τον Ιούλιο τοποθετήθηκε σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου σε εθνικό νόμισμα — ένδειξη ότι οι επενδυτές εκτιμούν τη μελλοντική σταθερότητα των τιμών.
Η αναλυτική εικόνα συμπληρώνεται από τη γενικότερη οικονομική και θεσμική κατάσταση: με κατά κεφαλήν εισόδημα περίπου 27.600 δολαρίων, η Ουρουγουάη βρίσκεται στην κορυφή της Λατινικής Αμερικής και προσεγγίζει εισοδηματικά ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η Πορτογαλία. Το ασφάλιστρο κινδύνου υπολογίζεται γύρω στις 70 μονάδες βάσης, έναντι περίπου 500 στην Αργεντινή.
Η χώρα έχει έτσι κερδίσει τον χαρακτηρισμό «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής», τίτλο που αντανακλά τον συνδυασμό σταθερών δημοκρατικών θεσμών, ασφάλειας δικαίου, ισχυρού κοινωνικού κράτους και ιστορικά υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης. Παρά τις περιόδους κρίσης, δικτατορίας και υποτιμήσεων, τις τελευταίες δεκαετίες η Ουρουγουάη έχει ανακτήσει μεγάλο μέρος της παλιάς της φήμης.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για οριστικό αποχαιρετισμό του δολαρίου. Εκείνο που κατορθώνει η Ουρουγουάη είναι κάτι δυσκολότερο: πείθει σιγά‑σιγά τους ίδιους τους πολίτες της ότι το πέσο μπορεί ξανά να λειτουργήσει ως αξιόπιστη αποταμιευτική και επενδυτική επιλογή.

