Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο χτυπάει «καμπανάκι»: παρά την εκρηκτική αύξηση των δαπανών και τα φιλόδοξα σχέδια των Βρυξελλών, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια στην προσπάθεια να πετύχει αμυντική ετοιμότητα μέχρι το 2030. Η έκθεση του ΕΕΣ επισημαίνει κινδύνους που πηγάζουν από κατακερματισμό, βιομηχανικά «σημεία συμφόρησης», εξάρτηση από προμηθευτές εκτός Ευρώπης και ανεπαρκή συντονισμό — αλλά και δημοσιονομικούς κινδύνους από τη ραγδαία στροφή στον δανεισμό.
Τα νούμερα είναι ενδεικτικά της αλλαγής πορείας: οι συνολικές αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ΕΕ αυξήθηκαν κατά σχεδόν 80% μεταξύ 2020 και 2025. Η άνοδος αυτή αντανακλά τη ρευστότητα του νέου περιβάλλοντος ασφαλείας και την απότομη αντίδραση των κυβερνήσεων μετά χρόνια υποεπένδυσης.
Ωστόσο, η αύξηση των κονδυλίων έρχεται πάνω σε μια βιομηχανία με περιορισμένες δυνατότητες: ανεπαρκή αποθέματα πυρομαχικών και πυραύλων, μεγάλους χρόνους παραγωγής, εξάρτηση από προμηθευτές εκτός Ευρώπης και προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία προσπαθεί τώρα να κλιμακώσει παραγωγή, να επενδύσει στην καινοτομία και να ενισχύσει τις συνεργασίες μεταξύ κρατών-μελών — αλλά τα εμπόδια παραμένουν ουσιαστικά.
Γιατί, λοιπόν, το 2030 παραμένει δύσκολος στόχος; Κατά το ΕΕΣ, βασικοί ανασχετικοί παράγοντες είναι ο κατακερματισμός των εθνικών αμυντικών συστημάτων, οι περιορισμοί της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ο αργός πολιτικός συντονισμός και η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, η απουσία αποτελεσματικού σχεδιασμού σε επίπεδο ΕΕ και ο ανεπαρκής συντονισμός μεταξύ ευρωπαϊκών και εθνικών χρηματοδοτικών εργαλείων δημιουργούν κίνδυνο αλληλεπικαλύψεων, κατακερματισμού ή κενών στις αμυντικές δυνατότητες.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο που υποδεικνύει η έκθεση είναι ο τρόπος χρηματοδότησης της νέας αμυντικής προσπάθειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καταφεύγει όλο και περισσότερο σε δανεισμό με την εγγύηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού: στα μέτρα εντάσσονται τα 150 δισ. ευρώ του προγράμματος SAFE, καθώς και το δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, από τα οποία 60 δισ. προορίζονται για αμυντικούς σκοπούς.
Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι η αυξανόμενη προσφυγή στον δανεισμό για τη χρηματοδότηση της άμυνας μπορεί να επιβαρύνει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, να επιβραδύνει τη μείωση του χρέους και να αυξήσει την πίεση στον προϋπολογισμό της Ένωσης — παράλληλα με τον κίνδυνο οι επενδύσεις να μην αποφέρουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα λόγω κακής κατανομής και σκόρπιων πρωτοβουλιών.
Παρά τους προβληματισμούς, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατα αρνητική. Η αυξημένη χρηματοδότηση «ανοίγει παράθυρο» για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής και τεχνολογικής βιομηχανίας: η ενθάρρυνση των κρατών-μελών να αγοράζουν ευρωπαϊκά συστήματα θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να μειώσει την εξάρτηση από τρίτες χώρες, ενώ προκύπτουν νέες δυνατότητες συνεργασίας και στρατηγικών εταιρικών σχέσεων, ιδίως με την Ουκρανία.
Ωστόσο, το ΕΕΣ εφιστά την προσοχή στη διαχείριση των δισεκατομμυρίων: η απότομη άνοδος της ζήτησης μπορεί να προκαλέσει ελλείψεις σε πρώτες ύλες, κρίσιμα εξαρτήματα και εξειδικευμένο προσωπικό, γεγονός που περιορίζει στην πράξη την ικανότητα αξιοποίησης των πόρων. Επιπλέον, η περίπλοκη δομή διακυβέρνησης της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπικάλυψης αρμοδιοτήτων και δημιουργεί ζήτηματα λογοδοσίας.
Συμπερασματικά για το πλαίσιο που περιγράφει το ΕΕΣ: η ταχεία αύξηση των πόρων δίνει ευκαιρίες αλλά απαιτεί συντονισμένο σχεδιασμό, ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και αυστηρή δημοσιονομική πρόσφυση — διαφορετικά η «επανεξοπλιστική» στροφή της Ευρώπης κινδυνεύει να καταλήξει σε διάσπαση δυνάμεων και σπατάλη πόρων ακριβώς τη στιγμή που επιδιώκεται στρατηγική αυτονομία.

