Μεγάλη ζήτηση, εύκολη πρόσβαση στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση

Share

Μακροχρόνια το ΑΕΠ της Ελλάδας θα μπορούσε να είναι έως και 12,7% μεγαλύτερο, εφόσον το επίπεδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προσεγγίσει εκείνο πιο ανεπτυγμένων χωρών στον τομέα της έρευνας και της πανεπιστημιακής ποιότητας. Αυτό είναι ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της μελέτης της Eurobank με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη», που δημοσιεύτηκε χθες.

Η μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Ερευνας της τράπεζας επισημαίνει ότι η ζήτηση για τριτοβάθμιες σπουδές στη χώρα μας είναι υψηλή και η πρόσβαση σχετικά εύκολη: η συμμετοχή των νέων στα πανεπιστήμια είναι η υψηλότερη ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ. Παράλληλα, καταγράφεται εκρηκτική αύξηση στον αριθμό των μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών· οι μεταπτυχιακοί υπεροκταπλασιάστηκαν από το 2001 έως το 2023 και οι διδακτορικοί σχεδόν τριπλασιάστηκαν.

Η έκθεση τονίζει επίσης ότι η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση φαίνεται «ευχερέστερη και ίσως ελκυστικότερη» για τις γυναίκες: κατά την περίοδο που εξετάστηκε, οι γυναίκες αποτέλεσαν πάνω από το μισό των πρωτοετών και το 58% των μεταπτυχιακών σπουδαστών στο σύνολο των ιδρυμάτων. Στις διδακτορικές σπουδές, ωστόσο, πλειοψηφούν οι άνδρες, αν και και εκεί το ποσοστό των γυναικών εμφανίζει αύξηση.

Τα πεδία που προσελκύουν τους περισσότερους πρωτοετείς είναι οι Κοινωνικές Επιστήμες, η Δημοσιογραφία, η Μηχανική, η Μεταποίηση-Κατασκευές, η Διοίκηση Επιχειρήσεων και οι Νομικές Σπουδές. Αντίθετα, από το 2001 έως το 2023 παρατηρείται σταδιακή μείωση όσων επιλέγουν τις Τέχνες και τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες.

Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα που αναδεικνύει η μελέτη είναι ο μεγάλος αριθμός φοιτητών που υπερβαίνουν τα κανονικά εξάμηνα σπουδών: το 2023 αυτοί έφτασαν τους 447,1 χιλιάδες σε πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα. Συνολικά, ο αριθμός των πτυχιούχων αυξήθηκε κατά 56,1% (57,3 χιλιάδες το 2023)· με άλλα λόγια, κατά μέσο όρο κάθε έτος αποφοιτούσαν 50,2 χιλιάδες άτομα.

Η Eurobank ωστόσο υπογραμμίζει ότι η αύξηση των πτυχιούχων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη βελτίωση της ποιότητας των σπουδών. Η μελέτη θέτει το ερώτημα εάν η αύξηση αυτή επιτεύχθηκε «με το κόστος της χαλάρωσης των κριτηρίων εισαγωγής και αποφοίτησης και άρα της χαμηλότερης ποιότητας παρεχόμενων γνώσεων».

Η πιθανή υποβάθμιση της ποιότητας συνδέεται και με την εκροή νέων για σπουδές στο εξωτερικό, κάτι που επιβαρύνει τα νοικοκυριά και την εθνική οικονομία: το 2023 οι Έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό ήταν 37.658, περισσότεροι από το 2008, παρότι αυξήθηκαν οι θέσεις στα ελληνικά ιδρύματα.

Η μελέτη καταγράφει επίσης διαρροές στην αντιστοίχιση δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας: η Ελλάδα το 2017 και το 2024 σημείωσε την τρίτη και δεύτερη χαμηλότερη επίδοση αντίστοιχα μεταξύ 31 χωρών όσον αφορά την αποτελεσματική αντιστοίχιση δεξιοτήτων-αγοράς εργασίας. Επιπλέον, την περίοδο 2008-2025 η χώρα είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό υπερειδίκευσης μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ — δηλαδή πτυχιούχοι που εργάζονται σε επαγγέλματα χαμηλής ή μεσαίας ειδίκευσης.

Στο πεδίο της προσέλκυσης ξένων φοιτητών, η Eurobank επισημαίνει δυνατότητες σημαντικής ενίσχυσης των εσόδων και της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών πανεπιστημίων. Θέτει μάλιστα ως «φιλόδοξο αλλά ρεαλιστικό» στόχο την αύξηση σε 100.000 ξένους ή παλιννοστούντες φοιτητές από 25.000 σήμερα: «Μόνο η άμεση συνεισφορά στο ΑΕΠ θα ήταν περίπου €1,0 δισ. ετησίως». Ως παραδείγματα προς μίμηση αναφέρονται τα συστήματα της Κύπρου και της Ολλανδίας. Το 2024 το ποσοστό ξένων φοιτητών στην Ελλάδα ήταν το χαμηλότερο μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ — 2,6% έναντι μέσου όρου 9,1% και 21,6% στην Κύπρο.

Συγγραφείς της μελέτης είναι οι δρ Τάσος Αναστασάτος, επικεφαλής οικονομολόγος, και δρ Κωνσταντίνος Πέππας, ερευνητής οικονομολόγος.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ