Η Γερμανία ανέλαβε το ρόλο του επικεφαλής σε ένα νέο, ισχυρό μπλοκ χωρών-καθαρών συνεισφορέων που διεκδικεί βαθιές περικοπές στον πολυετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028–2034. Μαζί με την Ολλανδία, τη Δανία, την Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία, το Βερολίνο ζητάει μείωση που μπορεί να φτάσει τα «αρκετά» εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ —στο γερμανικό αίτημα κάνει λόγο για περίπου 400 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το ένα πέμπτο της πρότασης της Επιτροπής.
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κινείται κοντά στα 2 τρισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους (περίπου 1,76 τρισ. σε πραγματικούς όρους) και συνοδεύεται από σημαντική αναδιάρθρωση της κατανομής πόρων: περισσότερα κονδύλια για άμυνα, ανταγωνιστικότητα, τεχνολογία, εξωτερική πολιτική και ειδικές προβλέψεις για την Ουκρανία, αλλά και συνδέσεις χρηματοδοτήσεων με συγκεκριμένα ορόσημα μεταρρυθμίσεων.
Στο κέντρο της αντιπαράθεσης δεν βρίσκεται μόνο ένα αριθμητικό μέγεθος, αλλά το ίδιο το μοντέλο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για την επόμενη δεκαετία. Η Επιτροπή επιδιώκει έναν προϋπολογισμό που να λειτουργεί ως εργαλείο στρατηγικής ισχύος· οι «φειδωλοί» πιστεύουν ότι η ενίσχυση αυτή δεν μπορεί να γίνει μέσω μιας ανεξέλεγκτης επέκτασης του κοινού ταμείου, ιδιαίτερα ενώ πολλά κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν αυξανόμενο δημόσιο χρέος και πιέσεις στα εθνικά δημόσια οικονομικά.
Η συμμαχία των έξι έχει σημαντικό πολιτικό και οικονομικό βάρος: αντιπροσωπεύει περίπου το 40% της χρηματοδοτικής βάσης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Αυτό σημαίνει ότι οι επιλογές τους μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για το πόσα χρήματα θα διατεθούν και από πού θα προέλθουν.
Το γερμανικό επιχείρημα έχει και εσωτερική διάσταση. Η Γερμανία, υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Μερτς, καλείται κι η ίδια να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, να επενδύσει στην αναβάθμιση υποδομών και να στηρίξει τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο. Το Βερολίνο προτάσσει λοιπόν τη σύνδεση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής επέκτασης με διασφαλίσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας σε εθνικό επίπεδο.
Απέναντι σ’ αυτή τη λογική στέκονται χώρες που ωφελούνται σημαντικά από τις πολιτικές συνοχής και τα επενδυτικά προγράμματα της Ένωσης. Μειωμένος συνολικός προϋπολογισμός θα μπορούσε να μεταφραστεί σε λιγότερους πόρους για υποδομές, αγροτική πολιτική και περιφερειακή ανάπτυξη —μια θέση που μεταξύ άλλων υποστηρίζει η Ισπανία και άλλες νότιες ή ανατολικές χώρες.
Η σύγκρουση οξύνεται επίσης γύρω από το ζήτημα του κοινού δανεισμού. Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης μετά την πανδημία άνοιξε το προηγούμενο της κοινής χρηματοδότησης· οι «φειδωλοί» φοβούνται ότι ένα μόνιμο εργαλείο αμοιβαιότητας χρέους θα μεταφέρει σταδιακά δημοσιονομικές αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες. Αντίθετα, όσοι υποστηρίζουν ένα ισχυρότερο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο θεωρούν πως ο κοινός δανεισμός είναι αναγκαίος για μεγάλες, στρατηγικές επενδύσεις που κανένα κράτος μόνο του δεν μπορεί να σηκώσει εύκολα.
Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση προβλέπει ότι σημαντικό μέρος των κονδυλίων θα συνδέεται με μεταρρυθμίσεις και συγκεκριμένα ορόσημα —μια αλλαγή που περιορίζει την παραδοσιακή αυτονομία στη χρήση ορισμένων κονδυλίων και ενισχύει το ρόλο της Επιτροπής στην έγκριση και την παρακολούθηση εθνικών σχεδίων. Αυτή η μετάβαση έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από κράτη που θεωρούν πως πλήττεται η δυνατότητά τους να αποφασίζουν ανεξάρτητα για τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η γεωργία και η πολιτική συνοχής είναι ανάμεσα στα πιο κρίσιμα πεδία της μάχης. Για πολλές χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης αυτά τα κονδύλια αποτελούν ουσιαστικό κομμάτι της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης· για τους καθαρούς συνεισφέροντες υπάρχει ισχυρή πίεση να μεταφερθούν πόροι προς νέες προτεραιότητες, όπως άμυνα και τεχνολογία.
Στο φόντο των τεχνικών και ιδεολογικών διαφωνιών τρέχει και ένα πρακτικό ζήτημα: πώς θα χρηματοδοτηθεί ένας μεγαλύτερος προϋπολογισμός εάν τελικά διατηρηθεί κοντά στην πρόταση της Επιτροπής. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε μεγαλύτερες εθνικές εισφορές είτε νέες ευρωπαϊκές πηγές εσόδων —προτάσεις όπως ευρωπαϊκοί φόροι συναντούν την αντίσταση πολλών κυβερνήσεων, ενώ οι «φειδωλοί» προτιμούν την οδό της περιορισμένης δαπάνης.
Η εξυπηρέτηση του κοινού χρέους που προέκυψε από το Ταμείο Ανάκαμψης προσθέτει επιπλέον βάρος: το αυξημένο κόστος δανεισμού των τελευταίων ετών έχει δυσκολέψει την εξυπηρέτηση αυτών των υποχρεώσεων και περιορίζει τα περιθώρια για νέες μεγάλες κοινές χρηματοδοτήσεις.
Η μάχη των επόμενων μηνών θα κριθεί μάλλον στη διαπραγμάτευση παρά στη μονομερή επιβολή στρατηγικών. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έχει ξεκινήσει σειρά επαφών με πρωτεύουσες, με στόχο τη διαμόρφωση βάσης για συμφωνία πριν από το τέλος του 2026· η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς πρέπει να αποφευχθεί κενό χρηματοδότησης από το 2028.
Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι δεν θα υπάρξει σαρωτική νίκη για καμία πλευρά. Θα απαιτηθεί συμβιβασμός: περιορισμοί σε κάποιες παραδοσιακές δαπάνες, παράλληλα με την προστασία ή ακόμη και ενίσχυση κονδυλίων για άμυνα, τεχνολογία και ανταγωνιστικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτός ο συμβιβασμός μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να δημιουργηθεί νέο χάσμα Βορρά–Νότου και Βορρά–Ανατολής.
Για την Ελλάδα η διαπραγμάτευση έχει άμεση σημασία. Η χώρα παραμένει σημαντικός αποδέκτης ευρωπαϊκών πόρων για υποδομές, περιφερειακή ανάπτυξη, αγροτική πολιτική και τη μετάβαση σε πράσινη και ψηφιακή οικονομία. Μια σημαντική συρρίκνωση του συνολικού πακέτου δεν σημαίνει αυτόματα αναλογική μείωση των ελληνικών πόρων, αλλά δημιουργεί σαφώς πιο σφιχτό περιβάλλον διεκδίκησης και ανάγκη για ισχυρή διαπραγματευτική θέση.
Στο τέλος, η διαμάχη για τον προϋπολογισμό δεν είναι απλώς μια τεχνική διαπραγμάτευση για έναν αριθμό. Είναι μάχη για το μέγεθος και τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ενότητας που θα αναδειχθεί μετά το 2027: αν η Ένωση θα προχωρήσει προς ένα πιο κοινό, στρατηγικό δημοσιονομικό μοντέλο ή θα επανέλθει σε πιο αυστηρές λογικές εθνικής ευθύνης, παραμένει το κεντρικό στοιχείο της αντιπαράθεσης.

