Ντόναλντ Τραμπ: Κυρώσεις με επιφυλάξεις

Share

Η χθεσινή ανακοίνωση του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, για την περίφημη «οικονομική D-Day» εναντίον του Ιράν έφερε περισσότερο αβεβαιότητα παρά σαφή πολιτική κατεύθυνση — ίσως εκ προμελέτης, για να αφήσει χώρο σε διαπραγματεύσεις και διπλωματικά παιχνίδια. Αντί για λεπτομερείς αποφάσεις, οι ΗΠΑ έστειλαν ένα προειδοποιητικό μήνυμα, χωρίς να διευκρινίσουν ποιες νέες κυρώσεις θα τεθούν σε ισχύ ή ποιες χώρες που συνεργάζονται με την Τεχεράνη θα βρεθούν στο στόχαστρο.

Στη συνέντευξη Τύπου ο Μπέσεντ είπε ότι οι ΗΠΑ εξαπολύουν «οικονομική επίθεση» εναντίον των οικονομικών διασυνδέσεων του Ιράν σε όλο τον κόσμο, αλλά απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες και χρονοδιάγραμμα. «Γιατί να θέλω να ανατινάξω το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα; Πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να καθοριστεί το επίπεδο και να δοθεί στους ανθρώπους μια περίοδος χάριτος, αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτό θα γίνει πολύ γρήγορα και ότι είμαστε σοβαροί», τόνισε, προσθέτοντας ότι θα υπάρξει μια «σημαντική ανακοίνωση» για κυρώσεις σε ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μέχρι το τέλος της εβδομάδας.

Παράλληλα, ο Μπέσεντ ανακοίνωσε κυρώσεις σε σχεδόν 60 οντότητες, άτομα και πλοία, υπογραμμίζοντας ότι το υπουργείο Οικονομικών στοχεύει πέντε τομείς που στηρίζουν την ιρανική οικονομία: ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, χρυσό, τεχνολογία, αεροπορία και ναυτιλία. Στο στόχαστρο μπαίνει επίσης ένα δίκτυο εταιρειών-μεσιτών και πλοίων του «σκιώδους στόλου» που δραστηριοποιείται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στο Χονγκ Κονγκ, στην Κίνα, στη Σιγκαπούρη, στην Ελβετία και στην Ευρώπη.

Η Κίνα παραμένει κρίσιμος παράγοντας: είναι εδώ και χρόνια ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και η Ουάσιγκτον έχει εντείνει τις προσπάθειές της να περιορίσει τις κινεζικές αγορές — χωρίς, μέχρι στιγμής, να επιβάλει κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες. Με τον Τραμπ και τον κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ να έχουν προγραμματισμένη συνάντηση στην Ουάσιγκτον στα τέλη Σεπτεμβρίου, οποιαδήποτε νέα μέτρα κατά κινεζικών τραπεζών ενδέχεται να περιπλέξουν τις συνομιλίες για την επέκταση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε πέρυσι τον Νοέμβριο, με στόχο τη διατήρηση της ροής σπάνιων γαιών προς την Κίνα και τον περιορισμό αμοιβαίων δασμών.

Στο πεδίο της ενέργειας, έχουν περάσει σχεδόν 6 μήνες από την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και η μεταφορά πετρελαίου και πρώτων υλών μέσω του Στενού του Ορμούζ παραμένει περιορισμένη, διατηρώντας υψηλά τις τιμές. Παράλληλα, το πολιτικό κεφάλαιο του Τραμπ φαίνεται να ασθενεί: μόλις το 33% των Αμερικανών εγκρίνει την απόδοσή του στην τελευταία δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos.

Εν τω μεταξύ, στην περιοχή επανέρχονται σενάρια συμμαχιών. Το δίκτυο Al Mayadeen μεταφέρει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η Τεχεράνη φέρεται να έλαβε πρόσκληση να συμμετάσχει στη «Συμμαχία της Μέκκας» — το σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας. «Η πρόταση εξετάζεται αυτή τη στιγμή από την ιρανική ηγεσία», φέρεται να δήλωσε ο Ραχίμι, επικεφαλής του ειδησεογραφικού πρακτορείου του ιρανικού κοινοβουλίου, επισημαίνοντας ότι η δημιουργία μιας «περιφερειακής ομπρέλας ασφαλείας» αποτελεί μακρόχρονο στόχο της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών διέψευσε χθες ότι η Τεχεράνη έχει λάβει επίσημη πρόσκληση για να ενταχθεί στη «Συμφωνία της Μέκκας». Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ δήλωσε ότι το Ιράν δεν έχει λάβει επίσημη πρόσκληση, ωστόσο έχουν διατυπωθεί προτάσεις για διάλογο με τις εμπλεκόμενες χώρες σχετικά με ζητήματα συλλογικής ασφάλειας στην περιοχή. Πρόσθεσε ότι «το Ιράν δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η «Συμφωνία της Μέκκας» στρέφεται εναντίον του, προσθέτοντας ότι οι χώρες της περιοχής έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως το μοναδικό ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον είναι η διατήρηση αυτού που η Τεχεράνη χαρακτηρίζει παράνομα συμφέροντα του Ισραήλ στην περιοχή.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ