Τρία 24ωρα χωρίς σήμα, ένα σκάφος που συνέχισε να απομακρύνεται και ένας 66χρονος Ισπανός επιχειρηματίας, ο Χουάν Χοσέ Μουτίλμπα Ομπρεγόν, που παραμένει αγνοούμενος στη θάλασσα—αυτή είναι, συνοπτικά, η υπόθεση που απασχολεί πλέον τις λιμενικές και εισαγγελικές αρχές.
Ο Μουτίλμπα είχε αποπλεύσει τη Δευτέρα από τις Συρακούσες μαζί με τη σύζυγό του, Κάρμεν, με τελικό προορισμό την Πύλο. Σύμφωνα με την εκδοχή της οικογένειας, το επόμενο πρωί είχε ψαρέψει έναν τόνο και βρισκόταν στο κατάστρωμα για να τον καθαρίσει όταν, πιθανότατα από το αίμα του ψαριού, γλίστρησε και έπεσε στη θάλασσα.
Η σύζυγός του, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, τον άκουσε να φωνάζει «Μέντσου, Μέντσου, σβήσε τη μηχανή!». Δεν κατάφερε όμως να αντιδράσει εγκαίρως και το σκάφος συνέχισε την πορεία του, απομακρυνόμενο από το σημείο όπου βρισκόταν ο άνδρας.
Τα ερωτήματα που έχουν τεθεί και διερευνούνται με έμφαση είναι κομβικά για την ανασύσταση των πρώτων λεπτών μετά την πτώση, τα οποία ενδέχεται να αποδειχθούν καθοριστικά για την τύχη του 66χρονου.
Γιατί δεν έσβησε αμέσως τη μηχανή; Γιατί δεν επιχείρησε να στρίψει το σκάφος και να επιστρέψει στο σημείο της πτώσης; Είχε τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει ή να ελέγξει το σκάφος; Γιατί δεν πέταξε στη θάλασσα ένα σωσίβιο ή άλλο σωστικό μέσο προς τον σύζυγό της; Υπήρχε φωτοβολίδα κινδύνου και, εφόσον υπήρχε, χρησιμοποιήθηκε; Υπήρχε άλλος τρόπος άμεσης επικοινωνίας, πέρα από το κινητό τηλέφωνο;
Η Κάρμεν, σύμφωνα με τον γιο της, είχε αποκτήσει στο παρελθόν δίπλωμα χειριστή σκάφους αναψυχής, αλλά φέρεται να «πάγωσε» μπροστά στην κατάσταση που αντιμετώπισε. Το σκάφος συνέχισε να κινείται και ο Μουτίλμπα έμεινε πίσω στη θάλασσα.
Η γυναίκα παρέμεινε μόνη πάνω στο σκάφος για περίπου τρεις ημέρες, σύμφωνα με την οικογένεια, χωρίς τηλεφωνική κάλυψη, σε απόσταση περίπου 150 ναυτικών μιλίων από την ακτή. Προσπαθούσε να βρει σήμα, μπαίνοντας και βγαίνοντας από την καμπίνα, μέχρι που τελικά, την Παρασκευή, κατάφερε να μιλήσει με φίλο της οικογένειας, ο οποίος ειδοποίησε τις ισπανικές αρχές.
Ακολούθως ενημερώθηκαν οι υπηρεσίες διάσωσης της Ιταλίας και της Ελλάδας και το σκάφος οδηγήθηκε στην Πύλο. Η απουσία σήματος στην ανοιχτή θάλασσα δεν είναι από μόνη της παράξενη—η κινητή τηλεφωνία βασίζεται σε επίγειες κεραίες και η κάλυψη μπορεί να χαθεί εντελώς μακριά από την ακτή—όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει τι ακριβώς συνέβη κατά το διάστημα μέχρι να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός διάσωσης.
Αν επιβεβαιωθεί η εκδοχή ότι ο Μουτίλμπα γλίστρησε από το αίμα του τόνου που μόλις είχε πιάσει, η υπόθεση αποκτά μια σκοτεινή, σχεδόν λογοτεχνική διάσταση: θυμίζει, με τον πιο παράδοξο τρόπο, την «εκδίκηση του Μόμπι Ντικ». Ο καπετάνιος Άχαμπ κυνηγούσε φάλαινες και τελικά η λευκή φάλαινα έγινε η αιτία της καταστροφής του. Εδώ δεν έχουμε φαλαινοθήρα και φάλαινα, αλλά έναν άνθρωπο που ψάρεψε έναν τόνο και, σύμφωνα με την επικρατούσα εκδοχή, μπορεί να έπεσε στη θάλασσα εξαιτίας του αίματός του.
Δεν είναι γνωστό αν ο Μουτίλμπα ψάρευε συστηματικά τόνους. Αλίευε όμως μεγάλα ψάρια — και ίσως ένα τέτοιο ψάρι να συνέβαλε στον χαμό του. Οι έρευνες συνεχίζονται με στόχο να δοθούν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα και να διαλευκανθούν οι συνθήκες της τραγωδίας.

