Το περιστατικό του περασμένου Απριλίου στο «MV Hondius», όταν ο ιός των Άνδεων εισήλθε σε κρουαζιερόπλοιο που ταξίδευε από την Αργεντινή προς το Πράσινο Ακρωτήριο και κόστισε τη ζωή σε τρεις επιβάτες, έδειξε με σκληρό τρόπο πόσο ευάλωτος μπορεί να γίνει ένας τέτοιος χώρος σε περίπτωση λοιμώδους απειλής. Η εγγύτητα των επιβατών, η κοινή χρήση χώρων εστίασης και ψυχαγωγίας, οι κοινές επιφάνειες και τα συστήματα κλιματισμού, αλλά και το γεγονός ότι το πλήρωμα παραμένει επί μακρόν στο πλοίο, μετατρέπουν ένα κρουαζιερόπλοιο σε πεδίο δυσχερούς διαχείρισης.
Η παγκόσμια εμπειρία της πανδημίας από τον SARS -CoV-2 επιτάχυνε τη μετατόπιση στρατηγικής: από την εκ των υστέρων διαχείριση κρίσεων στην προσπάθεια πρόληψης και έγκαιρης ανίχνευσης. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε το Europeικό έργο Healthy Ship 4U (HS4U), χρηματοδοτούμενο από το πρόγραμμα Horizon Europe, που έφερε κοντά πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, οργανισμούς δημόσιας υγείας και τεχνολογικούς εταίρους με σκοπό να αξιολογήσει καινοτόμες λύσεις για την επιτήρηση λοιμώξεων σε κρουαζιερόπλοια.
Υπό την επιστημονική καθοδήγηση του Κυριάκου Σουλιώτη, κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και προέδρου και επιστημονικού διευθυντή του Ινστιτούτου Πολιτικής Υγείας, πραγματοποιήθηκαν δύο μελέτες σε πραγματικές συνθήκες, εξετάζοντας ξεχωριστά τις απόψεις επιβατών και μελών του πληρώματος σχετικά με την αποδοχή τεχνολογικών λύσεων δημόσιας υγείας.
Στην πρώτη μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2024 και περιέλαβε 336 επιβάτες του «Celestyal Olympia», το 92,3% δήλωσε ότι θα αποδεχόταν τουλάχιστον μία από τις προτεινόμενες τεχνολογίες. Ωστόσο η αποδοχή ποίκιλε ανάλογα με τη διείσδυση στην ιδιωτική σφαίρα: οι καθαριστές αέρα στην καμπίνα και στο σύστημα κλιματισμού συγκέντρωσαν 89,6%, οι αισθητήρες ποιότητας αέρα 80,4%, οι αντιβακτηριακές/αντιιικές επιφάνειες 78,3% και οι οθόνες με οδηγίες σε πραγματικό χρόνο 75%. Αντίθετα, οι κάμερες για εντοπισμό πυρετού πήραν 64%, οι αισθητήρες ανίχνευσης ιών σε νεροχύτες και τουαλέτες 61,3% και τα wearables μόλις 45,5%.
Από την έρευνα προέκυψαν και οι λόγοι της επιφυλακτικότητας: μεταξύ εκείνων που αρνήθηκαν ορισμένες λύσεις, το 80,4% ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να παρακολουθείται, το 72% εξέφρασε ανησυχία για την ασφάλεια των δεδομένων υγείας και περισσότεροι από τους μισούς φοβήθηκαν πιθανό κοινωνικό στιγματισμό σε περίπτωση ανίχνευσης λοίμωξης. Η ηλικία διαδραμάτισε ρόλο — οι μεγαλύτεροι επιβάτες ήταν λιγότερο δεκτικοί σε κάμερες και wearables — ενώ όσοι ανησυχούσαν περισσότερο για τον κίνδυνο μόλυνσης έδειξαν μεγαλύτερη προδιάθεση να αποδεχθούν τεχνολογικές λύσεις.
Η δεύτερη μελέτη, με 280 μέλη του πληρώματος, κατέδειξε μία διαφορετική εικόνα: περίπου το 98% αποδέχθηκε τουλάχιστον μία τεχνολογία. Σε αντίθεση με τους επιβάτες, τα wearables αποδεχόταν το 87,5% των εργαζομένων (έναντι 45,5% των επιβατών), οι κάμερες για εντοπισμό πυρετού έφτασαν το 90,7% (έναντι 64%), ενώ υψηλά ήταν και τα ποσοστά αποδοχής για αντιμικροβιακές επιφάνειες (95,4%), καθαριστές αέρα (94,6%) και οθόνες με οδηγίες σε περίπτωση έξαρσης (91,8%).
Για την ερμηνεία αυτών των διαφορών ο Κυριάκος Σουλιώτης επισημαίνει: «Η διαφορά αυτή ήταν αναμενόμενη και αντανακλά την ιδιαίτερη κουλτούρα υγείας και ασφάλειας που διέπει την εργασία στη ναυτιλία», υπογραμμίζει στα «ΝΕΑ» ο Κυριάκος Σουλιώτης. «Για τους εργαζόμενους, τα πρωτόκολλα πρόληψης δεν αποτελούν μια προσωρινή ή έκτακτη υποχρέωση, αλλά μέρος της καθημερινής επαγγελματικής πρακτικής.
Οσο αυστηρότερα εφαρμόζονται οι κανόνες υγείας και ασφάλειας τόσο περισσότερο μειώνεται ο επαγγελματικός κίνδυνος, προστατεύεται η υγεία του προσωπικού και διασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία του πλοίου».
Σημαντική, όμως, παραμένει και η φωνή των πολιτών: «Οι πολίτες, πάλι, δεν απορρίπτουν την τεχνολογία αυτή καθαυτή· αποδέχονται ευκολότερα λύσεις που προστατεύουν την υγεία τους χωρίς να εισβάλλουν στην προσωπική τους σφαίρα. Οι σημαντικότερες επιφυλάξεις σχετίζονται με την προστασία της ιδιωτικότητας, τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων και τη διαφάνεια, ως προς τον τρόπο χρήσης τους, στοιχεία που οι δύο μελέτες αναδεικνύουν, ως κρίσιμες προϋποθέσεις για την ευρύτερη υιοθέτηση των τεχνολογιών».
Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο συμπέρασμα υπερβαίνει την τεχνική αποτελεσματικότητα: «Αναδεικνύει ότι η επιτυχία της καινοτομίας στη δημόσια υγεία δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης, των αισθητήρων ή των αλγορίθμων. Θα εξαρτηθεί από την εμπιστοσύνη. Οι πολίτες δεν απορρίπτουν την καινοτομία· ζητούν να γνωρίζουν γιατί εφαρμόζεται, πώς χρησιμοποιούνται τα δεδομένα τους και με ποιον τρόπο προστατεύονται τα δικαιώματά τους. Η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί συνέπεια της τεχνολογίας· αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία της».

