Με έναν ασυνήθιστα συγκινητικό τόνο υποδέχεται ο Αρκάς τον Δεκαπενταύγουστο, αφήνοντας προς στιγμήν στην άκρη το αιχμηρό του χιούμορ. Στα σκίτσα του η μέρα αποκτά διαφορετική βαρύτητα: δεν είναι πια μόνο μια ευκαιρία για σαρκασμό, αλλά μια εικόνα κατάνυξης και παράδοσης για την Ορθοδοξία και τους Έλληνες.
Μέσα σε λίγες γραμμές ο γελοιογράφος σχηματίζει ένα σκηνικό φωτός και μνήμης· η επιλογή της ποιητικής φράσης δίνει στο στιγμιότυπο έναν βαθύτερο συμβολισμό, που παραπέμπει τόσο στη θρησκευτική τελετουργία όσο και στην προσωπική στοχαστικότητα της ημέρας.
«Έλα κυρά και παναγιά, με τ’ αναμμένα σου κεριά, δώσε το φως το δυνατό, στον ήλιο και στο θάνατο»
Ο μικρός πρωταγωνιστής απαγγέλλει τους στίχους του Ελύτη και με αυτή την επιλογή το σκίτσο αποκτά πολλαπλά νοήματα: το φως ως παρηγοριά, ο ήλιος ως ζωτικό σύμβολο και ο θάνατος ως υπενθύμιση της ανθρώπινης θνητότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο τρυφερή, σχεδόν ποιητική ανάγνωση της εορτής, που αντικατοπτρίζει την ανάγκη για συλλογική και προσωπική σιωπή μέσα στις γιορτινές ημέρες.

