Στη φυλακή οδηγήθηκε η 46χρονη μετά την απολογία της στην 3η τακτική ανακρίτρια, με σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα, στο πλαίσιο της υπόθεσης της Marfin. Η κατηγορούμενη, που έχει εκδοθεί από τη Μεγάλη Βρετανία και φέρεται να συνδέεται με τα γεγονότα πριν από 16 χρόνια, αντιμετωπίζει την ίδια κατηγορία με τους δύο 42χρονους που ήδη είχαν προφυλακιστεί: της ανθρωποκτονίας από κοινού κατά συρροή.
Με τη συνδρομή του συνηγόρου της, Κώστα Παπαδάκη, η 46χρονη κατέθεσε πολυσέλιδο απολογητικό υπόμνημα και στη συνέχεια απάντησε στις ερωτήσεις της δικαστικής λειτουργού. Η Αστυνομία υποστηρίζει ότι η νέα ταυτοποίηση προέκυψε από τη χρήση σύγχρονου λογισμικού ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας, συσχετίζοντας υλικό από φωτορεπόρτερ και κάμερες ασφαλείας με φωτογραφίες που βρέθηκαν σε αποθήκη στο Κουκάκι.
Η υπεράσπιση, ωστόσο, υποστηρίζει ότι τα ίδια φωτογραφικά στοιχεία είχαν εξεταστεί και το 2022 και τότε είχαν οδηγήσει στην αρχειοθέτηση της έρευνας. Υπογραμμίζει δε ότι η αστυνομική ανάλυση καταλήγει σε «περιορισμένη υποστήριξη ομοιότητας» και δεν συνιστά ταυτοποίηση.
Η έντονη αντίδραση του δικηγόρου της
Έντονη ήταν η αντίδραση του συνηγόρου της στην Κοινωνία Ώρα MEGA, που καταγγέλλει «δικαστική αυθαιρεσία» και επισημαίνει πως στο παρελθόν η Αστυνομία δεν είχε καταλήξει σε ταυτοποίηση με το ίδιο υλικό.
«Γνωρίζω το σκεπτικό του ίδιου, το οποίο είναι ανάξιο σχολιασμού για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μια αντιγραφή του κατηγορητηρίου και μια στερεότυπη αναπαραγωγή των τυπικών στοιχείων που γράφονται για να δικαιολογήσουν μια προφυλάκιση, χωρίς να απαντάει σε τίποτα από όσα στο υπόμνημα των 37 σελίδων και στην προφορική απολογία της η πελάτισσά μου είπε. Όπως ξέρετε, όλο αυτό τον καιρό υπάρχουν δύο πολύ σημαντικά υπερασπιστικά επιχειρήματα.
Πρώτον, ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση της κατηγορουμένης, όχι σύμφωνα με εμένα, αλλά σύμφωνα με την αστυνομία. Και δεύτερον, ότι πριν από τέσσερα χρόνια το ίδιο φωτογραφικό υλικό είχε τεθεί πάλι σε σύγκριση από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, η οποία είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση και μάλιστα τότε η υπόθεση είχε μπει στο αρχείο με διάταξη του εισαγγελέα.
Αυτά τα ζητήματα λοιπόν, που είναι τα βασικά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν έχουν καμία απάντηση στο σκεπτικό της προφυλάκισης. Θα προχωρήσω σε άσκηση προσφυγής και σκέφτομαι πια πολύ σοβαρά τις επόμενες μέρες να δημοσιοποιήσω το σκεπτικό, ανωνυμοποιημένο, και του εισαγγελέα και του ανακριτή και το δικό μας υπόμνημα, για να γίνει αντιληπτό από τον κόσμο το μέγεθος της αυθαιρεσίας της σημερινής προφυλάκισης.
Όταν ο κατηγορούμενος εκθέτει υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, ο ανακριτής, την ώρα μάλιστα που τον προφυλακίζει, οφείλει να δίνει μια απάντηση. Και να λέει δεν έχεις δίκιο διότι δεν είναι έτσι. Δεν έχεις δίκιο γιατί δεν είναι αλλιώς. Όχι να αντιγράφει το κατηγορητήριο και να λέει ορισμένες εκφράσεις που τις έχει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας για να δικαιολογεί τις προφυλακίσεις χωρίς να τις τεκμηριώνει συγκεκριμένα.
Σας είπα ότι θα ασκήσω προσφυγή και θα είμαστε και στα μέσα ενημέρωσης τακτικά, διότι τελικά το επικοινωνιακό μονοπώλιο του κυβερνητικού ψεύδους είναι αυτό που έχει δημιουργήσει ένα κλίμα στο οποίο υπέκυψε η ανακρίτρια και ο εισαγγελέας. Αυτό θα το αλλάξουμε».
Από την πλευρά του ο Γιώργος Καλλιακμάνης σχολίασε θετικά την επάρκεια των επιχειρημάτων του κ. Καραγιάννη και ανέφερε ότι το στοιχείο της χρήσης νέου λογισμικού επιτρέπει καλύτερη ανάλυση, ωστόσο τόνισε την ανάγκη οι δικαστές να εξετάσουν προσεκτικά το φωτογραφικό υλικό πριν διαμορφώσουν οριστική κρίση.
Καραγιάννης: «Η δημοσιότητα ασκεί μία πίεση στο θέμα της προφυλάκισης»
Ο δικηγόρος Θεόδωρος Καραγιάννης μίλησε στην «Κοινωνία Ώρα MEGA» για το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης.
«Λεπτομέρειες της δικογραφίας δεν μπορεί να έχει κανείς, ούτε μεγάλες δικογραφίες για να έχει και δεν είναι και ωραίο να παίρνουμε θέση επί δικογραφίας. Αλλά αυτό που έχουμε να πούμε είναι το εξής. Δύο στοιχεία. Καταρχήν σίγουρα, πέρα από το ότι ευχή όλων είναι να βρεθούν οι άνθρωποι που προκάλεσαν όλη αυτή την κατάσταση, σίγουρα όταν έχουμε μια εξιχνίαση υπόθεσης δεκαέξι χρόνια μετά, αμέσως δημιουργείται πάντα μια επισφάλεια στο κατά πόσο πια τα στοιχεία είναι στιβαρά και μπορούν να δέσουν μια υπόθεση.
Είναι δεδομένο ότι είναι τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με όποιον τρόπο και να υπάρχει η διαλεύκανση, υπάρχει μια αλλοίωση στοιχείων. Εξάλλου, τα κακουργήματα πλην της ανθρωποκτονίας, τα υπόλοιπα έχουν παραγραφεί. Από μόνο του το ότι έχει παραγραφεί σημαίνει ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει ότι η αλλοίωση του στοιχείου μετά από τόσα χρόνια είναι μεγάλη. Άρα νομίζω θέλει μια προσοχή.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι από πίσω οι οποίοι στο τέλος η ρετσινιά, ακόμη και να αθωωθούν, η ρετσινιά μπορεί να μείνει. Η δουλειά της δικαιοσύνης είναι, χωρίς να προσβάλλει τη μνήμη αυτών που φύγανε, να μη βρεθεί έστω και ένας άνθρωπος χωρίς λόγο στη φυλακή. Χωρίς να γνωρίζουμε τα στοιχεία, χωρίς να πάρουμε θέση επί τούτου, έχει αποδειχθεί τα τελευταία χρόνια, αυτό νομίζω βγαίνει και με έναν απλό έλεγχο των υποθέσεων, ότι στις υποθέσεις που παίρνουν τα φώτα της δημοσιότητας, οι προφυλακίσεις είναι λίγο πιο εύκολες από ό,τι στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Αυτό δεν είναι ορθό.
Γιατί αν δείτε τις περιπτώσεις που τα τελευταία δύο, τρία χρόνια απασχόλησαν τα φώτα της δημοσιότητας, είχαμε προφυλάκιση και στο τέλος είτε στο ακροατήριο αποφυλακίστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, είτε ακόμη και αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι, είναι αρκετές. Αυτό σημαίνει ότι καλώς ή κακώς η δημοσιότητα ασκεί μια «άλφα» πίεση. Ειδικά στην, στην πρώτη άμυνα που είναι η προφυλάκιση και είναι όλοι από πάνω. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αλλά νομίζω ότι είναι κοινός τόπος και δύσκολα θεωρώ θα βρεθεί κάποιος να αντιμετωπίσει ότι συμβαίνει».
Και συνέχισε: «Η τεχνολογία μπαίνει στην διαλεύκανση των υποθέσεων τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Όσο αυξάνεται η τεχνολογία στη ζωή μας, τόσο αυξάνεται και στη διαλεύκανση των υποθέσεων. Αυτό είναι που οδηγεί στο ότι μετά από τόσα χρόνια ξανασηκώθηκε η υπόθεση. Το θέμα είναι να εντοπίσουμε όμως μέχρι πού αυτό το ξανασηκώνεται μια υπόθεση, θα οδηγήσει και σε, σε αντίθεση με τα χρόνια που έχουν περάσει και με την όποια αλλοίωση των στοιχείων, που η τεχνολογία όσο και να βελτιώνεται, η αλλοίωση είναι αλλοίωση με τα χρόνια. Γι’ αυτό προβλέπει ο νόμος την παραγραφή.
Άρα πρέπει να βρούμε αυτή τη χρυσή ισορροπία. Αυτό που θα πω είναι ότι εμένα μου έκανε εντύπωση ότι – και το μόνο που θα πάρω θέση επί της ουσίας -, ότι η συγκεκριμένη κυρία κατηγορούμενη δέχτηκε και συναίνεσε να εκδοθεί στην Ελλάδα, ενώ μπορούσε να καλυφθεί επίσης από αυτό το δικονομικό εμπόδιο. Γιατί είναι ντροπή για τη χώρα μας, αλλά υπάρχουν πάνω από 5-6 αποφάσεις τα τελευταία χρόνια που ευρωπαϊκές χώρες δεν εκδίδουν τους Έλληνες πολίτες στην Ελλάδα λόγω της κατάστασης των συνθηκών στις ελληνικές φυλακές».
Τι κατέθεσε η ίδια και η αδελφή της
Νωρίτερα ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε η αδελφή της, με την οποία η κατηγορούμενη βρισκόταν στην πορεία. Η κατηγορούμενη δήλωσε: «Είμαι αθώα, συμμετείχα στη διαδήλωση, αλλά δεν έχω σχέση με τα επεισόδια. Τους συγκατηγορούμενους μου τους γνωρίζω εξ όψεως από τον αναρχικό χώρο».
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, οι δύο γυναίκες είχαν περάσει μπροστά από την τράπεζα πριν γίνει η επίθεση, στοιχείο που η υπεράσπιση θεωρεί ότι ενισχύει τον ισχυρισμό ότι η 46χρονη δεν βρισκόταν στο σημείο την κρίσιμη στιγμή.
Η υπεράσπιση υπογραμμίζει επίσης ότι «Δεν υπάρχει ταυτοποίηση μου στην έκθεση της αστυνομίας, ενώ οι ίδιες φωτογραφίες είχαν εξεταστεί και το 2022 και η έρευνα τότε είχε αρχειοθετηθεί. Υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη απαλλακτική κρίση και είναι απαράδεκτη η ανάσυρση της δικογραφίας έπειτα από ένα ανώνυμο και τελείως αόριστο email».

