Με την ταχύτητα και την οργάνωση που απαιτεί μια μεγάλη κρίση, ευρωπαϊκές ομάδες δασοπυρόσβεσης βρέθηκαν αυτό το καλοκαίρι δίπλα-δίπλα στο πεδίο: από το Μπορντό και το Μονπελιέ μέχρι τη Δυτική Αττική. Το πρόγραμμα προεγκατάστασης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας έφερε στην Ελλάδα αποστολές που είχαν μόλις επιχειρήσει σε σαρωτικές φωτιές στη νότια Γαλλία, ώστε να συνδράμουν στην κατάσβεση της μεγάλης πυρκαγιάς που ξέσπασε στα τέλη Ιουλίου και επεκτάθηκε στη Δυτική Αττική.
«Δεν είχα δει ποτέ τέτοιο άνεμο»
Ήταν 1η Αυγούστου 2026 όταν η αποστολή των πυροσβεστών-διασωστών στρατιωτικής εκπαίδευσης της μονάδας RIISC4 από την περιοχή του Λιμπούρν της Γαλλίας (Civil Protection Military Brigade) ξεκίνησε από τη βάση στη Νέα Μάκρη, όπου εδρεύουν στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος προεγκατάστασης, για να μεταβεί στην μεγάλη πυρκαγιά της Δυτικής Αττικής. Είχαν φτάσει στην Ελλάδα μόλις ένα εικοσιτετράωρο πριν, έχοντας ήδη βιώσει τα σαρωτικά μέτωπα στη νοτιοδυτική Γαλλία.
«Την πρώτη ημέρα της υπηρεσίας μας μάς ειδοποίησαν ότι έπρεπε να μεταβούμε στην πυρκαγιά στο Πόρτο Γερμενό, βόρεια των Μεγάρων, στην περιοχή της Λούμπας. Οι άνεμοι ήταν πολύ ισχυροί και άλλαζαν συνεχώς κατεύθυνση. Λόγω των ανέμων είναι αδύνατο να καταπολεμήσεις κάτι τέτοιο. Έχουμε μεγάλη εμπειρία στη Γαλλία, αλλά δεν είχα δει ποτέ τέτοιο άνεμο», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επικεφαλής της γαλλικής αποστολής Captain Andrea.
Οι Γάλλοι πυροσβέστες, με τη συνδρομή Ελλήνων συνδέσμων αξιωματικών, επιχείρησαν στην περιοχή της Λούμπας για την προστασία κατοικιών και την ανάσχεση της πορείας της φωτιάς. «Όταν φτάσαμε, ήταν εύκολο να καταλάβουμε τι ήθελαν να κάνουν οι Έλληνες συνάδελφοί μας στο πεδίο. Είχαμε μαζί μας τον σύνδεσμο-αξιωματικό και ξεκινήσαμε να επιχειρούμε μαζί τους, βόρεια από τα Μέγαρα προκειμένου να μπορέσουμε να προστατεύσουμε κατοικίες.Ταυτόχρονα εργαζόμασταν για να διασφαλίσουμε ότι η φωτιά δεν θα προχωρήσει πιο νότια, μαζί με τους Ρουμάνους και τους Έλληνες συναδέλφους μας. Τη δεύτερη φορά επιστρέψαμε στη Λούμπα. Αυτή τη φορά επικεντρωθήκαμε στο να μην περάσει η φωτιά έναν δρόμο. Ήταν μία δύσκολη προσπάθεια, αλλά ήταν αποτελεσματική», προσθέτει ο Captain Andrea.
Από την πλευρά των Ελλήνων συνδέσμων, ο υποπυραγός του Πυροσβεστικού Σώματος Βλάσιος Κόντης περιγράφει μια νύχτα και μέρες γεμάτες πυκνό καπνό και μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες. «Υπήρχε πολύ πυκνός καπνός σε κάποια σημεία. Διασχίζοντας κάποιους δρόμους με το όχημα, μπροστά μας είχαμε μόνο ένα σύννεφο καπνού. Οι Γάλλοι συνάδελφοί μας βοήθησαν σημαντικά στην προστασία του οικισμού της Λούμπας», λέει, επισημαίνοντας ότι έμειναν εκεί όλη τη νύχτα μέχρι την επόμενη μέρα το πρωί.
«Ακολουθούσαν ακριβώς τις οδηγίες που τους δίναμε. Ήταν πρόθυμοι να κάνουν ακόμη και πιο δύσκολα πράγματα από αυτά που τους ζητούσαμε. Προστάτευσαν κατοικίες που βρίσκονταν σε κίνδυνο και βοήθησαν ώστε η φωτιά να ανακοπεί σε σημείο που είχε ήδη καεί και να μην επεκταθεί».
Ο κ. Κόντης σημειώνει ακόμη ότι οι Γάλλοι ρωτούσαν αν οι Έλληνες επιχειρούν και τη νύχτα, όταν σταματούν τα εναέρια μέσα. «Τους εξήγησα ότι τα πεζοπόρα τμήματα και οι ομάδες ΕΜΟΔΕ συνεχίζουν σε δύσβατα σημεία, όπου υπάρχουν ενεργές εστίες. Οι Έλληνες πυροσβέστες έχουν συνηθίσει σε δύσκολες πυρκαγιές και αυτό φάνηκε και στη συγκεκριμένη επιχείρηση».
Οι Έλληνες πυροσβέστες στις πυρκαγιές της νότιας Γαλλίας
Περισσότερο από έναν μήνα πριν, η Ελληνική Ομάδα Δασοπυρόσβεσης (Hellenic GFFF-V Module), με 21 πυροσβέστες από επτά Ειδικές Μονάδες Δασικών Επιχειρήσεων (Ε.ΜΟ.Δ.Ε.) και πέντε οχήματα, είχε μεταβεί στη νότια Γαλλία, κοντά στο Μονπελιέ, επιχειρώντας σε πύρινα μέτωπα. Η ελληνική συμμετοχή εκεί αποτέλεσε την πρώτη φορά που περιλάμβανε και μηχανοκίνητο κομμάτι, δίνοντας πρόσθετη ευελιξία στην αντιμετώπιση των μετώπων.
Για τον πυραγό της 2ης ΕΜΟΔΕ, Μανώλη Ματζουρίδη, οι πρώτες ημέρες στη Γαλλία ήταν συνεχής μάχη. «Για τις πρώτες δέκα ημέρες είχαμε κάθε μέρα φωτιές. Οι συνθήκες ήταν “μπουρλότο”. Είχε πάρα πολλή ζέστη, διαδοχικά κύματα καύσωνα και κάθε μεσημέρι σηκωνόταν δυνατός άνεμος. Ήταν συνθήκες παρόμοιες με αυτές που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα», σημειώνει, προσθέτοντας πως πολλές εκδηλώσεις πυρκαγιών έγιναν σε αγροτικές εκτάσεις με αμπελώνες και χαμηλή βλάστηση.
Στις 7 Ιουλίου 2026 η ελληνική αποστολή κλήθηκε να επιχειρήσει σε δασική πυρκαγιά στην περιοχή του Carlencas-et-Levas, όπου οι ομάδες ΕΜΟΔΕ ανέλαβαν αποστολές πεζής προσέγγισης και κατάσβεσης με χειροκίνητα εργαλεία. «Εμείς ήμασταν πρώτη γραμμή. Μπαίναμε πιο μέσα από τους Γάλλους. Εκείνοι επιχειρούν κυρίως από τον δρόμο με οχήματα αστικού τύπου και βαριές σωλήνες, ενώ εμείς μπορούμε να αναπτύξουμε 500 μέτρα σωλήνες καλύπτοντας μεγάλη περίμετρο. Αυτό ήταν κάτι που τους έκανε εντύπωση όπως και η ξηρή κατάσβεση με εργαλεία», λέει ο κ. Ματζουρίδης.
Από το Μπορντό στη Δυτική Αττική: οι ίδιες προκλήσεις, η ίδια αλληλεγγύη
Οι πυρκαγιές στο Μπορντό, που ο Captain Andrea χαρακτηρίζει «κάτι σαν mega πυρκαγιά» και τις μεγαλύτερες μετά το 1949, με 42.000 καμμένα εκτάρια και την απομάκρυνση περισσοτέρων από 200.000 ανθρώπων, έδειξαν πόσο όμοιες είναι οι προκλήσεις των δύο χωρών. «Ειδικά η νότια Γαλλία είναι κάτι σαν την Ελλάδα. Έχουμε πολλά πευκοδάση, παρόμοιο ανάγλυφο, υψηλές θερμοκρασίες. Οι τακτικές μας, τα πυροσβεστικά οχήματα και ο τρόπος που επιχειρούμε στο πεδίο έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Γι’ αυτό είναι εύκολο να συνεργαστούμε με το Πυροσβεστικό Σώμα Ελλάδας, γιατί καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον», εξηγεί.
Η ανταλλαγή εμπειριών δεν έμεινε μόνο στην επιχειρησιακή πλευρά. Ο κ. Ματζουρίδης θυμάται τη θερμή υποδοχή των Γάλλων πολιτών προς τους Έλληνες πυροσβέστες: «Ήταν πάρα πολύ φιλικοί. Οι πολίτες μας κορνάρανε όταν φεύγαμε. Δεν ξέρω αν αναγνώριζαν ότι ήμασταν Έλληνες πυροσβέστες ή απλώς ότι ήμασταν πυροσβέστες και αναγνώριζαν τον αγώνα που δίνουμε». Τους προσκάλεσαν μάλιστα να παρελάσουν στις 14 Ιουλίου στο Μονπελιέ και τους βράβευσαν.
«Οι πυροσβέστες είμαστε ίσως το πιο αδελφοποιημένο επάγγελμα στον κόσμο», λέει ο κ. Ματζουρίδης. «Αν υπάρχει ένας τρόπος να ενωθεί η Ευρώπη, πιστεύω ότι μπορεί να γίνει μέσα από την πυροσβεστική».
Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα προεγκατάστασης που μειώνει τον χρόνο και την απόσταση
Για τον αντιπύραρχο Βασίλη Μπίκα, συντονιστή των συνδέσμων αξιωματικών για το πρόγραμμα προεγκατάστασης και σημείο επαφής για την Ελλάδα, η αξία του εγχειρήματος βρίσκεται στην έγκαιρη παρουσία δυνάμεων σε κρίσιμες περιοχές: «Η προεγκατάσταση είναι η λογική συνέχεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας. Η διαφορά είναι ότι δεν περιμένουμε να εκδηλωθεί ένα συμβάν και μετά να ζητήσουμε βοήθεια. Οι δυνάμεις βρίσκονται ήδη σε κρίσιμες χώρες, ώστε να μειωθεί ο χρόνος και η απόσταση».
Το πρόγραμμα, που εφαρμόζεται πιλοτικά στην Ελλάδα από το 2022, φέτος φτάνει σε ρεκόρ: για το 2026 συνολικά 777 πυροσβέστες από 14 χώρες θα μετακινηθούν σε έξι χώρες υποδοχής. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο χώρα υποδοχής αλλά και συμμετέχουσα χώρα: από 1 έως 15 Σεπτεμβρίου θα αποστείλει πεζοπόρο τμήμα 21 πυροσβεστών στην Κύπρο, κοντά στο όρος Τρόοδος, ενώ η γαλλική αποστολή στην Ελλάδα προέρχεται από το Μπορντό.
«Μέσα από την προεγκατάσταση δίνεις και παίρνεις. Βλέπεις τις καλές πρακτικές των άλλων χωρών, κρατάς όσα μπορούν να προσαρμοστούν στο δικό σου περιβάλλον και αντίστοιχα μεταφέρεις τη δική σου εμπειρία», δηλώνει ο κ. Μπίκας, προσθέτοντας ότι ιδιαίτερη σημασία έχει και η επιχειρησιακή συμβατότητα των δυνάμεων. «Το 2021, όταν πρωτοήρθαν ξένες δυνάμεις στην Ελλάδα, αντιμετωπίσαμε κάποια πρακτικά προβλήματα, ακόμη και στο πιο απλό επίπεδο, όπως το να μην ταιριάζουν οι σωλήνες των οχημάτων. Αυτά έγιναν μαθήματα».
Η εμπειρία των κοινών επιχειρήσεων αυτό το καλοκαίρι καταγράφεται ως μάθημα αλλά και ως υπόμνηση της ανάγκης για συλλογική ετοιμότητα: η κλιματική αλλαγή αναδιαμορφώνει το χάρτη των δασικών πυρκαγιών στην Ευρώπη και οι εθνικές υπηρεσίες, μέσα από προγράμματα όπως η προεγκατάσταση, δοκιμάζονται και ενισχύονται σε μια κοινή προσπάθεια αντιμετώπισης των ολοένα και πιο απαιτητικών μετώπων.

