Η πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν φέρνει ξανά στο προσκήνιο έναν γνώριμο κίνδυνο για τις διεθνείς αγορές: την πιθανότητα διατάραξης των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο. Ακόμη και χωρίς άμεσο κλείσιμο της διόδου, οι απειλές για περιορισμό της ναυσιπλοΐας και η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αρκούν για να προκαλέσουν αναταράξεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κρίσιμη πύλη για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας: περίπου το ένα πέμπτο του εμπορίου πετρελαίου περνάει από εκεί, μαζί με μεγάλες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου. Κάθε στρατιωτική ένταση στην περιοχή αντιμετωπίζεται, επομένως, ως άμεσος παράγοντας κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία.
Οι αγορές έχουν μάθει να τιμολογούν όχι μόνο τις πραγματικές ελλείψεις, αλλά κυρίως την αβεβαιότητα. Η αύξηση του κόστους ασφάλισης των δεξαμενόπλοιων, οι καθυστερήσεις στις μεταφορές και η γενικότερη ανησυχία μπορούν να ωθήσουν τις τιμές ανοδικά, ακόμη και χωρίς διακοπή των ροών.
Σε σχέση με την κατάσταση του 2022, ωστόσο, η Ευρώπη δεν βρίσκεται στην ίδια ευάλωτη θέση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αύξησε τα αποθέματα φυσικού αερίου, διαφοροποίησε προμηθευτές και επένδυσε σε νέες εγκαταστάσεις εισαγωγής LNG. Παρά αυτά τα βήματα, το ενεργειακό κόστος παραμένει συνδεδεμένο με το διεθνές περιβάλλον: το πετρέλαιο είναι παγκόσμιο προϊόν και μια σημαντική άνοδος της τιμής του αντανακλάται άμεσα στο κόστος μεταφορών, στη βιομηχανία και στα τρόφιμα, με προοπτική να πιέσει τον πληθωρισμό.
Επιπλέον, η αγορά φυσικού αερίου έχει γίνει όλο και πιο διεθνής. Μια μεγάλη στροφή της Ασίας προς το LNG, εξαιτίας προβλημάτων στις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής, θα αυξήσει τον διεθνή ανταγωνισμό για φορτία και πιθανόν θα ανεβάσει τις τιμές και στην Ευρώπη.
Η χρονική συγκυρία επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση: οι παρατεταμένοι καύσωνες που πλήττουν μεγάλο μέρος της Ευρώπης αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της εκτεταμένης χρήσης κλιματιστικών. Σε αρκετές χώρες, η παραγωγή ηλεκτρισμού εξακολουθεί να βασίζεται σημαντικά στο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα κάθε νέα άνοδος στις διεθνείς τιμές να μεταφράζεται γρήγορα σε πιο ακριβά τιμολόγια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα καλύτερα εξοπλισμένη απέναντι σε γεωπολιτικές κρίσεις σε σχέση με πριν από τέσσερα χρόνια: υψηλότερα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, αυξημένη παραγωγή σε πολλές χώρες και μειωμένη εξάρτηση της Ευρώπης από έναν μόνο προμηθευτή φυσικού αερίου. Η ανθεκτικότητα όμως έχει όρια. Αν η ένταση παραταθεί ή μετατραπεί σε πραγματική διακοπή των ροών από τον Περσικό Κόλπο, οι πιέσεις θα ενταθούν σημαντικά.
Για την Ελλάδα, ο κύριος κίνδυνος δεν συνίσταται στην επάρκεια των καυσίμων αλλά στο κόστος τους. Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα την οικονομία, ενώ η ελληνική ναυτιλία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις σε μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του παγκόσμιου εμπορίου.
Η νέα ένταση στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει πως, παρά τα βήματα που έγιναν μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Ευρώπη παραμένει συνδεδεμένη με μια περιοχή που τροφοδοτεί μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας. Όσο η γεωπολιτική αστάθεια συμπίπτει με την κλιματική πίεση και τις αυξημένες ενεργειακές ανάγκες του καλοκαιριού, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες μια περιφερειακή κρίση να αποκτήσει πολύ ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις.

