Οι βασικοί δείκτες των αμερικανικών αγορών σήκωσαν και πάλι κεφάλι, με τον S&P 500 και τον Nasdaq να κλείνουν με κέρδη την Τρίτη, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον σε δύο βασικούς μοχλούς: τις ισχυρές επιδόσεις των μεγάλων τραπεζών και μια έκθεση για τον πληθωρισμό που ήρθε χαμηλότερα των προσδοκιών.
Ο Nasdaq ενισχύθηκε χάρη στην ανάκαμψη των τεχνολογικών μετοχών, ενώ τα κέρδη του Dow ήταν πιο συγκρατημένα. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή του υπουργείου Εργασίας έδειξε ότι ο πληθωρισμός υποχώρησε περισσότερο από ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές τον Ιούνιο, κυρίως λόγω της αποκλιμάκωσης των τιμών ενέργειας και των ενδείξεων προόδου στις συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Στο ίδιο διάστημα, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Kevin Warsh, εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Κογκρέσου μετά την επιβεβαίωσή του, παρουσιάζοντας το σχέδιο της Fed για τον περιορισμό των ανοδικών πιέσεων στις τιμές. Η κατάθεσή του συνέπεσε με κλιμάκωση της έντασης γύρω από τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, που οδήγησε σε αύξηση των αεροπορικών επιθέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου, αναζωπυρώνοντας τους φόβους για νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Αμέσως μετά τη δημοσίευση της έκθεσης για τον πληθωρισμό, οι αγορές τιμολογούσαν τώρα 83,4% πιθανότητα ότι η Fed θα διατηρήσει αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο στη συνεδρίαση του Ιουλίου, έναντι 58,3% την προηγούμενη ημέρα. Παράλληλα, το εργαλείο FedWatch του CME διατηρεί την εκτίμηση ότι οι αναλυτές περιμένουν τουλάχιστον μία αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους.
«Η έκθεση για τον πληθωρισμό φαίνεται να αποδυναμώνει το επιχείρημα ότι η Fed θα προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων», δήλωσε ο Chuck Carlson, διευθύνων σύμβουλος της Horizon Investment Services στην Ιντιάνα. «Δίνει στη Fed ένα περιθώριο, προς το παρόν». Ο ίδιος πρόσθεσε: «(Ο Warsh) λέει ότι μπορούμε να μειώσουμε τον πληθωρισμό, και αυτό είναι που θέλουν να ακούσουν όσοι τον άκουγαν. Ίσως ο πληθωρισμός υποχωρήσει χωρίς να χρειαστεί αύξηση επιτοκίων».
Η σεζόν των αποτελεσμάτων β΄ τριμήνου ξεκίνησε με θετικό τόνο για τις τράπεζες, προσδίδοντας ώθηση στη διάθεση ανάληψης ρίσκου. Πέντε μεγάλες αμερικανικές τράπεζες ανακοίνωσαν καλύτερα των εκτιμήσεων αποτελέσματα, με τα έσοδα από trading και την αύξηση των συμφωνιών να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Η Goldman Sachs ξεχώρισε, με άλμα της μετοχής της κατά 9% καθώς ξεπέρασε τις προβλέψεις για τα κέρδη, ενώ οι JPMorgan Chase και Bank of America ενισχύθηκαν 2,5% και 1,9% αντίστοιχα. Αντίθετα, η Citigroup υποχώρησε 5,3% λόγω ανησυχιών για τα έξοδα, και η Wells Fargo σημείωσε πτώση 2,7%.
«Είναι μια σημαντική εβδομάδα για τα εταιρικά αποτελέσματα, καθώς έχουμε επιτέλους εικόνα από την εταιρική Αμερική», τόνισε ο Tom Hainlin, στρατηγικός αναλυτής επενδύσεων στην U.S. Bank Asset Management στη Μινεάπολη. «Αυτό που αναζητούμε από τις τράπεζες είναι πώς βλέπουν την υγεία του καταναλωτή. Μέχρι στιγμής, τα νέα είναι θετικά».
Στον αντίποδα, η IBM κατέγραψε βουτιά 25,2% μετά την προειδοποίηση για έσοδα β΄ τριμήνου χαμηλότερα των εκτιμήσεων, ανατρέποντας σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική σε ορισμένους κλάδους.
Στα τελικά μεγέθη της συνεδρίασης, ο Dow Jones Industrial Average ενισχύθηκε κατά 10,02 μονάδες ή 0,02%, στις 52.508,66 μονάδες. Ο S&P 500 κέρδισε 28,55 μονάδες ή 0,38%, στις 7.543,89 μονάδες, ενώ ο Nasdaq Composite ανέβηκε κατά 233,83 μονάδες ή 0,90%, στις 26.107,01 μονάδες.
Από τους 11 κλάδους του S&P 500, οι τεχνολογικές μετοχές σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο, ενώ οι μετοχές υγειονομικής περίθαλψης κατέγραψαν τις μεγαλύτερες απώλειες. Στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης οι ανοδικές μετοχές υπερίσχυσαν των πτωτικών με αναλογία 1,78 προς 1, με 205 νέα υψηλά και 108 νέα χαμηλά. Στον Nasdaq, 2.651 μετοχές κινήθηκαν ανοδικά και 2.103 πτωτικά, με αναλογία 1,26 προς 1 υπέρ των κερδισμένων.
Ο συνολικός όγκος συναλλαγών στις αμερικανικές αγορές διαμορφώθηκε στα 16,38 δισ. μετοχές, κάτω από τον μέσο όρο των 21,66 δισ. των τελευταίων 20 συνεδριάσεων, στοιχείο που δείχνει επιλεκτική κίνηση κεφαλαίων εν μέσω εποχής αποτελεσμάτων και γεωπολιγικών κινδύνων.

