Marfin: «Είμαι αθώα» – Η 46χρονη ενημέρωσε τις Αρχές και επιστρέφει στην Ελλάδα για να καταθέσει

Share

Αυτοβούλως επικοινώνησε με τις ελληνικές αρχές η 46χρονη που φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση της Marfin, δηλώνοντας αθώα και εκφράζοντας την επιθυμία να επιστρέψει άμεσα στην Ελλάδα, όπως μετέδωσε η ΕΡΤ. Η ίδια, σύμφωνα με πληροφορίες, σκοπεύει να παρουσιαστεί ενώπιον των Αρχών και να δώσει τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα.

Η επικοινωνία έγινε αφού ενημερώθηκε για τις τελευταίες εξελίξεις, σύμφωνα με τη δικηγόρο που εκπροσωπεί και τους δύο 42χρονους συλληφθέντες. Η 46χρονη φέρεται να δήλωσε «παρούσα» στη διαδικασία και να γνωστοποίησε την πρόθεσή της να επιστρέψει από τη Μεγάλη Βρετανία, ώστε να συνεργαστεί πλήρως με τις αρμόδιες αρχές και να συμβάλει στη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Αναφορές από νομικούς κύκλους θέλουν την επιστροφή της να μπορεί να πραγματοποιηθεί έως τη Δευτέρα, με στόχο την κοινή παρουσία της ενώπιον της Ανακρίτριας την Τρίτη, μαζί με τους δύο ήδη συλληφθέντες 42χρονους. Η συμμετοχή της θεωρείται κρίσιμο βήμα για την εξέλιξη της δικαστικής έρευνας.

Η είδηση των συλλήψεων προκάλεσε έντονη συναισθηματική φόρτιση στους επιζώντες και τους συγγενείς των θυμάτων. «Θέλω να τους δω να δικάζονται και να φυλακίζονται» λέει στο tanea.gr η διασωθείσα Μαρία Καραγιάννη, λίγη ώρα μετά τις συλλήψεις. Σε φωτογραφία του 2010 η κα Καραγιάννη απεικονίζεται στο μπαλκόνι του υποκαταστήματος της τράπεζας, ενώ καπνοί έβγαιναν από το κτίριο.

«Όποιος δεν το έχει ζήσει αυτό, δεν μπορεί να αντιληφθεί το πόσο έχουμε καταρρακωθεί εμείς. Έχουμε αρρωστήσει και δεν θα επανέλθουμε ποτέ». Η κα Καραγιάννη περιγράφει την πρώτη αντίδρασή της στην είδηση των συλλήψεων: «Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν ταραχή. Αντιμετωπίζω με επιφυλακτικότητα την είδηση, καθώς μου έχουν δοθεί αφορμές από το παρελθόν. Ο φάκελος άνοιξε άλλες 2-3 φορές. Δικαίως αισθάνομαι και θυμό, γιατί τόσα χρόνια δεν έχουν αποκαλυφθεί οι δράστες».

Η ίδια εκφράζει την απορία της για την έλλειψη εξιχνίασης, παρά το πλήθος των καμερών στο κέντρο της Αθήνας: «Πιστεύω ότι τους ξέρανε, τους ξέρουν, και δεν γνωρίζω γιατί δεν τους αποκαλύπτουν. Επιπλέον, μου προκαλεί οργή το ενδεχόμενο, να χρησιμοποιηθεί η τραγωδία για πολιτικούς λόγους. Δεν θα ήθελα να γίνει για ακόμη μία φορά, γιατί έχουν εκμεταλλευθεί πολιτικά τις ψυχές μας και τον πόνο των συγγενών που είναι σε άθλια κατάσταση».

Σε περίπτωση που οι συλληφθέντες αποδειχθούν οι πραγματικοί δράστες, η κα Καραγιάννη ζητά «να υπάρξει μία ηθική αποκατάσταση. Δηλαδή, να δικαστούν και να φυλακιστούν. Γιατί, χωρίς να τους φταίμε, αυτά τα ανθρωποφάγα πλάσματα θέλανε να μας σκοτώσουν όλους. Είχαν πλήρη επίγνωση ότι βρισκόμασταν μέσα, οι συνάδελφοι τους εκλιπαρούσαν να μην ρίξουν φωτιά στο εύφλεκτο υγρό. Αυτό είναι το αδιανόητο στην περίπτωσή μας, ότι ένας άνθρωπος, ήθελε να προκαλέσει τόσο μεγάλο κακό, σε άλλον άνθρωπο».

Η 16ετής αναμονή για απαντήσεις αφήνει, όπως λέει, ένα ανεξίτηλο «αναπάντητο γιατί»: «Έχω όμως αυτό το αναπάντητο γιατί. Γιατί δεν έχουμε απάντηση εδώ και τόσα χρόνια. Από κάπου ξεκίνησαν οι δράστες, κάποια στιγμή μπήκαν ανάμεσα στο σώμα των διαδηλωτών. Δεν είναι δυνατόν να μην τους κατέγραψε κανένα οπτικό μέσο. Τα πρώτα χρόνια, όλοι είχαμε την επιθυμία να επιτεθούμε βιαίως στους δράστες. Τώρα πια όχι. Σε περίπτωση που είναι αυτοί, τι να τους ρωτήσω; Τι ρωτάς σε έναν δολοφόνο; Με αυτή την απορία θα φύγουμε από την ζωή».

Για την ίδια, το ζητούμενο παραμένει η απόδοση Δικαιοσύνης: «για να υφίσταται κανείς, έστω και λίγο, το κακό που έχει προκαλέσει. Θέλω να δω αυτούς τους ανθρώπους να δικάζονται και να φυλακίζονται. Γιατί να ζουν ελεύθεροι; Έχουμε τρεις νεκρούς, ενώ εμείς καταστραφήκαμε τόσο ψυχικά, όσο και σωματικά. Επιθυμώ ηθικά, να τακτοποιηθεί το ζήτημα. Υποτίθεται πως ζούμε σε μία ευνομούμενη κοινωνία. Εγώ θέλω την τιμωρία τους. Να υποστούν ό,τι προβλέπει ο νόμος. Μακάρι να είναι οι πραγματικοί δράστες».

Η εμπρηστική επίθεση με μολότοφ στο υποκατάστημα της Marfin, στην οδό Σταδίου 23, σημειώθηκε στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια μίας από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις της εποχής ενάντια στο πρώτο μνημόνιο. Την ημέρα εκείνη, η τράπεζα τυλίχθηκε στις φλόγες μετά την ρίψη εύφλεκτου υγρού στο εσωτερικό της, όπου βρισκόταν περίπου 25-30 εργαζόμενοι.

Στις σκηνές πανικού που ακολούθησαν, ορισμένοι εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν σε μικρά μπαλκόνια και δεν μπόρεσαν να διαφύγουν από το κλειδωμένο κτίριο. Η Πυροσβεστική, που εζήτησε πρόσβαση, αντιμετώπισε δυσκολίες λόγω της κατάστασης στους δρόμους. Τελικά, το συμβάν κόστισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους: την 35χρονη Παρασκευή Ζούλια, τον 36χρονο Επαμεινώνδα Τσακάλη και την 32χρονη Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος στο πρώτο της παιδί.

Η Παρασκευή βρέθηκε από την Πυροσβεστική στον δεύτερο όροφο του κτιρίου, η Αγγελική κοντά στην μπαλκονόπορτα και ο Επαμεινώνδας στις σκάλες μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου. Το 2013 στελέχη της τράπεζας είχαν καταδικαστεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για ανεπαρκή μέτρα πυρασφάλειας, υπόθεση όμως που συνέχισε να απασχολεί τη Δικαιοσύνη.

Τον Δεκέμβριο του 2024 η υπόθεση επανήλθε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά από αναίρεση του Αρείου Πάγου, ο οποίος διαπίστωσε νομικές ασάφειες στην προηγούμενη απόφαση και διέταξε να εξεταστούν εκ νέου οι ευθύνες της τράπεζας και των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας.

Η τραγωδία της Marfin παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο βαριές και αμφιλεγόμενες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με βαθύ κοινωνικό και δικαστικό αποτύπωμα, ενώ η τρέχουσα έρευνα και οι πρόσφατες συλλήψεις αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον αλλά και τον πόνο των συγγενών και των επιζώντων.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ