Η ελληνική ναυτιλία παραμένει ακλόνητος πυλώνας της οικονομίας, με καθοριστική παρουσία στο διεθνές εμπόριο αλλά και σαφή περιθώρια για μεγαλύτερο εγχώριο όφελος, επισημαίνει η Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα.
Τα στοιχεία της UNCTAD που επικαλείται η Έκθεση κατατείνουν σε μια εικόνα ισχύος: ο ελληνόκτητος στόλος αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 16% της παγκόσμιας χωρητικότητας (dwt) και διατηρεί ηγετική θέση σε στρατηγικούς τομείς της διεθνούς ναυτιλίας. Αυτή η θέση μεταφράζεται σε σημαντική οικονομική συνεισφορά για τη χώρα.
Κατά την περίοδο 2021-2025, οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από το 38% των συνολικών εξαγωγών υπηρεσιών της χώρας και περίπου στο 19% των συνολικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Σε όρους Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), οι εισπράξεις από τη ναυτιλία ανέρχονταν κατά μέσο όρο στο 8,2% του ΑΕΠ, ενώ το καθαρό ισοζύγιο των θαλάσσιων μεταφορών —αφαιρουμένων των πληρωμών προς το εξωτερικό για λειτουργικές ανάγκες— διαμορφώνεται περίπου στο 3% του ΑΕΠ.
Πέραν των άμεσων οικονομικών μεγεθών, η ναυτιλία τροφοδοτεί ένα ευρύ δίκτυο δραστηριοτήτων. Στον Πειραιά λειτουργούν εκατοντάδες επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες διαχείρισης πλοίων, ασφαλίσεων, χρηματοδότησης, ναυλώσεων, τεχνικής υποστήριξης και νομικών συμβουλών, σχηματίζοντας ένα ισχυρό ναυτιλιακό «cluster» που συμβάλλει στην απασχόληση και την ανάπτυξη.
Ο ΟΟΣΑ
Ωστόσο, όπως επισημαίνει η Έκθεση επικαλούμενη εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, μεγάλο μέρος της προστιθέμενης αξίας της ναυτιλίας δε μένει στην εγχώρια οικονομία. Η εγχώρια προστιθέμενη αξία στις εξαγωγές θαλάσσιων μεταφορών υπολογίζεται περίπου στο 36%, ενώ το υπόλοιπο 64% προέρχεται από εισαγόμενες εισροές. Επιπλέον, περίπου το 63% των ενδιάμεσων αγαθών και υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ναυτιλιακών υπηρεσιών είναι εισαγόμενο.
Αυτό το «διαρρέον» όφελος δείχνει το πεδίο όπου μπορεί να επεκταθεί το αποτύπωμα της ναυτιλίας στην εγχώρια παραγωγή: η υποκατάσταση εισαγόμενων εισροών με προϊόντα και υπηρεσίες ελληνικής προέλευσης θα αυξήσει την προστιθέμενη αξία και θα τροφοδοτήσει περαιτέρω την τοπική ναυτιλιακή συστάδα.
Ναυπηγεία
Κεντρικός άξονας αυτής της μετάβασης είναι η ενίσχυση της ναυπηγικής δραστηριότητας. Η ανάπτυξη ισχυρών ναυπηγικών μονάδων μπορεί να βοηθήσει στην υποκατάσταση εισαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας και προστιθέμενης αξίας. Η στενότερη διασύνδεση της ναυτιλίας με τα ελληνικά ναυπηγεία προβλέπεται να ενισχύσει τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σήμερα, όμως, η πλειονότητα των ελληνόκτητων πλοίων ναυπηγείται στην Απω Ανατολή —κυρίως στην Κίνα, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία— χώρες που καλύπτουν περίπου το 80% της παγκόσμιας ναυπηγικής παραγωγής. Παράλληλα, η παγκόσμια αγορά ναυπηγήσεων αναμένεται να αυξηθεί από 207 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 σε περίπου 275 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030, δημιουργώντας ευκαιρίες για επανεκκίνηση και εκσυγχρονισμό της εγχώριας βιομηχανίας.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ήδη αναγνωρίσει τη στρατηγική σημασία του κλάδου μέσω πολιτικών για τη Γαλάζια Οικονομία, τη βιομηχανική αυτονομία και την πράσινη μετάβαση. Τα ευρωπαϊκά ναυπηγεία καλούνται να παίξουν ρόλο στην κατασκευή εξειδικευμένων πλοίων, πλωτών εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αυτόνομων σκαφών και ναυτικών συστημάτων διπλής χρήσης. Για την Ελλάδα, η συγκυρία αυτή αποτελεί ευκαιρία αξιοποίησης της ναυτιλιακής ισχύος προς όφελος της βιομηχανικής παραγωγής, σημειώνει η ΤτΕ.

