Προβληματισμό προκαλεί η πιλοτική εφαρμογή του νέου συστήματος ψηφιακής βεβαίωσης τροχαίων παραβάσεων μέσω «έξυπνων» καμερών με τεχνητή νοημοσύνη, αφού σύμφωνα με εκπροσώπους της νομικής και της συγκοινωνιολογίας τα ποσοστά αστοχίας είναι ιδιαίτερα υψηλά.
Ο δικηγόρος Τρύφων Τσουμάνης και ο συγκοινωνιολόγος Σταύρος Κωνταντινίδης μίλησαν στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» για τα προβλήματα που εντοπίστηκαν κατά την πιλοτική λειτουργία: το ποσοστό αστοχίας και εσφαλμένων καταγραφών φαίνεται να αγγίζει το 90% έως 95%.
Από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, «από 5.500 κλήσεις μόνον οι 400 κρίθηκαν ορθές, ενώ 1.300 για χρήση κινητού και 3.800 για υπερβολική ταχύτητα απορρίφθηκαν». Οι ειδικοί εξηγούν ότι οι κάμερες ανιχνεύουν υποτιθέμενες παραβάσεις που, μετά τον μεταγενέστερο έλεγχο από την Ελληνική Αστυνομία, αποδεικνύονται λανθασμένες.
Τα αίτια είναι τεχνικά και λειτουργικά: λανθασμένη ερμηνεία κινήσεων, προβλήματα οπτικής γωνίας, καθώς και αδυναμία διάκρισης αντικειμένων — ακόμα και ενός τσιγάρου — με αποτέλεσμα συχνές εσφαλμένες ενδείξεις. Ο κ. Τσουμάνης επισήμανε ότι έχουν εντοπιστεί περιπτώσεις όπου σκιές ή αλλαγές ταχύτητας παρερμηνεύονται ως χρήση κινητού. Επίσης, δεν υπάρχει σαφής ενημέρωση για το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που χρησιμοποιείται, ενώ η εταιρεία που είχε αναλάβει τον διαγωνισμό εδρεύει στη Silicon Valley. «Όσο πιο νέο το μοντέλο AI, τόσο πιο ακριβές», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ορισμένες κάμερες είναι τοποθετημένες ακόμη και σε λεωφορεία.
Για τις συνέπειες στον πολίτη, ο κ. Τσουμάνης τόνισε ότι οι οδηγοί συχνά μπαίνουν στη δύσκολη θέση να αποδείξουν την αθωότητά τους απέναντι σε ένα αυτοματοποιημένο σύστημα. «Υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις και οι πολίτες μπαίνουν στη δύσκολη θέση να προσπαθούν, στη διαδικασία μιας ένστασης που γίνεται ενώπιον των αστυνομικών οργάνων, να αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες… Το AI, το βασικό του ζήτημα με τις κάμερες, είναι ότι στερείται επιείκειας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, σημείωσε: «Έχω παρατηρήσει γκρίζες ζώνες πάρα πολύ, που δεν μπορούν να ερμηνευθούν. Δηλαδή δεν είναι ξεκάθαρο», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για σαφήνεια και δυνατότητα ανθρώπινου ελέγχου στις αποφάσεις που λαμβάνονται αυτόματα.
Από την πλευρά του, ο συγκοινωνιολόγος Σταύρος Κωνταντινίδης αναγνώρισε ότι οι κάμερες είναι ένα απαραίτητο εργαλείο για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας, αλλά τόνισε ότι το κύριο πρόβλημα εντοπίζεται στη διάκριση παραβάσεων εντός του οχήματος: «Η παραβίαση του κόκκινου ή η υψηλή ταχύτητα καταγράφεται πιστά. Το πρόβλημα είναι οι εσωτερικές παραβάσεις, όπως η ζώνη και το κινητό», ενώ επεσήμανε πως παράγοντες όπως οι σκιές και τα χρώματα επηρεάζουν την ακρίβεια.
Σχετικά με τη διεθνή εμπειρία, ο κ. Κωνσταντινίδης τόνισε ότι η χρήση AI για την ανίχνευση τροχαίων παραβάσεων είναι στο εξωτερικό επίσης σχετικά νέα πρακτική και δεν έχει ακόμη γενικευθεί για όλες τις μορφές παραβάσεων: «Δεν έχω την αίσθηση ότι φτάσαμε στο σημείο να έχουμε ευρεία χρήση καμερών για όλες τις δυνατές παραβάσεις, δηλαδή τις εσωτερικές παραβάσεις, ζώνη και κινητό».
Οι καταγεγραμμένες αστοχίες ανοίγουν συζήτηση για την αξιοπιστία των αυτοματοποιημένων συστημάτων, την ανάγκη διαφάνειας στη χρήση μοντέλων AI και την αναγκαιότητα πρόβλεψης μηχανισμών ανθρώπινου ελέγχου και διόρθωσης πριν από την ευρεία εφαρμογή του συστήματος.

